ΟΠΕΚΕΠΕ: Ο Μητσοτάκης περνά στην αντεπίθεση και ανοίγει πόλεμο με το βαθύ κράτος

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει πλέον περάσει σε μια φάση όπου δεν δοκιμάζεται μόνο η αντοχή της κυβέρνησης, αλλά και η αξιοπιστία του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Οι νέες δικογραφίες, η εμπλοκή πολιτικών προσώπων, η παρουσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η πίεση της κοινής γνώμης συνθέτουν ένα περιβάλλον εξαιρετικά βαρύ, όπου κάθε τοποθέτηση αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχώρησε το πρωί της Μεγάλης Δευτέρας σε δημόσια δήλωση για τις εξελίξεις στην υπόθεση, επιχειρώντας να δώσει έναν διπλό τόνο: από τη μία να δείξει ότι δεν φοβάται τη δικαστική διερεύνηση και από την άλλη να παρουσιάσει την κρίση ως αφορμή για μια νέα θεσμική αφετηρία. Η παρέμβασή του έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η πολιτική πίεση έχει αυξηθεί αισθητά, ενώ οι αναφορές σε νέες δικογραφίες και σε αιτήματα άρσης ασυλίας έχουν ήδη προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Στην ουσία, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει την υπόθεση όχι απλώς ως μια ακόμα εστία πολιτικής φθοράς, αλλά ως ένα κρίσιμο σημείο καμπής για τη σύγκρουση με τις χρόνιες παθογένειες του κράτους. Έστειλε μήνυμα προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κινηθεί γρήγορα μετά τις άρσεις ασυλίας, υποστήριξε ότι οι υποθέσεις δεν έχουν όλες το ίδιο βάρος, ξεκαθάρισε ότι κατά την πρώτη αποτίμηση δεν προκύπτει για βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας προσωπικό οικονομικό όφελος, και ταυτόχρονα έβαλε στο τραπέζι μια θεσμική πρόταση με σαφές πολιτικό φορτίο: το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή μετά τις εκλογές του 2027, με αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα όσο διαρκεί η υπουργική του θητεία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της ημέρας, αυτή ήταν η βασική γραμμή του πρωθυπουργικού μηνύματος γύρω από την υπόθεση.

Μια δήλωση που δεν έγινε για να κλείσει το θέμα, αλλά για να αλλάξει το πεδίο της συζήτησης

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να μη σταθεί αποκλειστικά στο στενό ποινικό σκέλος της υπόθεσης. Αντίθετα, επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της άμεσης πολιτικής ζημιάς στο επίπεδο της θεσμικής απάντησης. Με αυτόν τον τρόπο θέλησε να δείξει ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει τις αποκαλύψεις ως ένα περιστασιακό επικοινωνιακό πρόβλημα, αλλά ως αφορμή για συνολικότερη αναμέτρηση με μηχανισμούς, συμπεριφορές και πρακτικές που για δεκαετίες συντηρούσαν τη διαπλοκή μεταξύ πολιτικής επιρροής, διοικητικής εξάρτησης και πελατειακής διαχείρισης.

Στην παρέμβασή του, ο πρωθυπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κινηθεί χωρίς καθυστέρηση και να αποφανθεί γρήγορα αν και σε ποιους θα ασκηθούν διώξεις, μόλις ολοκληρωθούν οι διαδικασίες άρσης ασυλίας. Με αυτή τη θέση προσπάθησε να εκπέμψει ένα μήνυμα ότι η κυβέρνηση δεν ζητά υπεκφυγές, παρατάσεις ή θολές ζώνες, αλλά καθαρές δικαστικές απαντήσεις. Πρόκειται για μια γραμμή που επιχειρεί να απαντήσει στο κλίμα αμφισβήτησης που έχει διαμορφωθεί και να εμφανίσει το Μέγαρο Μαξίμου ως δύναμη που δεν στέκεται εμπόδιο στη διερεύνηση.

Η φράση-κλειδί: όχι όλες οι υποθέσεις ίδιας βαρύτητας

Ένα από τα κεντρικά σημεία της τοποθέτησης ήταν η επισήμανση ότι από την πρώτη επεξεργασία των στοιχείων προκύπτει πως δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα. Αυτό είναι πολιτικά σημαντικό, διότι ο πρωθυπουργός επιχείρησε να βάλει από νωρίς ένα φίλτρο διαφοροποίησης ανάμεσα σε περιπτώσεις που μπορεί να αφορούν απλές παρεμβάσεις, πιέσεις ή διαμεσολαβήσεις και σε περιπτώσεις με βαρύτερο ποινικό ή πολιτικό φορτίο.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι, από όσα έχουν τεθεί υπόψη του μέχρι στιγμής, κανείς από τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος. Η συγκεκριμένη αναφορά δεν είναι τυχαία. Αποτελεί απόπειρα πολιτικής άμυνας απέναντι στο πιο βαρύ ενδεχόμενο, δηλαδή να παγιωθεί στην κοινή γνώμη η εντύπωση ότι υπήρξε προσωπικός πλουτισμός ή άμεση ιδιοτελής εμπλοκή βουλευτών. Με αυτή τη διατύπωση, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να κρατήσει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική ευθύνη, στην πιθανή θεσμική εκτροπή και στην κατηγορία ατομικού οικονομικού οφέλους.

Το μήνυμα προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

Η επίκληση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει ιδιαίτερο βάρος, γιατί μεταφέρει τη συζήτηση σε ένα επίπεδο υπερεθνικής δικαστικής αξιοπιστίας. Η υπόθεση δεν εξελίσσεται μόνο εντός των ορίων της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και μέσα σε ένα πλαίσιο ευρωπαϊκού ελέγχου, κάτι που αυξάνει την πίεση και περιορίζει τις δυνατότητες επικοινωνιακής διαχείρισης. Δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών περιγράφουν ένα περιβάλλον διαρκών νέων αποκαλύψεων, διαβίβασης δικογραφιών στη Βουλή και έντονου κυβερνητικού προβληματισμού.

Με το αίτημα για ταχεία απόφαση ως προς τις ενδεχόμενες διώξεις, ο πρωθυπουργός ουσιαστικά λέει ότι το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να παραμένει για μεγάλο διάστημα σε κατάσταση εκκρεμότητας. Θέλει να κλείσει γρήγορα ο κύκλος της αβεβαιότητας και να υπάρξει σαφές τοπίο: ποιοι εμπλέκονται πραγματικά, με ποιο κατηγορητήριο και με ποιο αποδεικτικό βάρος. Αυτή η θέση, πέρα από θεσμική, είναι και καθαρά πολιτική: όσο παρατείνεται η ασάφεια, τόσο διευρύνεται η φθορά.

Ψηφιακό κράτος εναντίον “βαθέος κράτους”

Ο κ. Μητσοτάκης συνέδεσε την υπόθεση με ένα ευρύτερο αφήγημα εκσυγχρονισμού. Υποστήριξε ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι εργαλείο αντιμετώπισης της μικρής και μεγαλύτερης διαφθοράς, ιδίως όπου παρεμβάλλεται ο ανθρώπινος παράγοντας. Με αυτή τη συλλογιστική θέλει να αναδείξει ότι η λύση δεν εξαντλείται σε ποινικές ή πειθαρχικές διαδικασίες, αλλά περνά και μέσα από τη μείωση της διακριτικής ευχέρειας, της αδιαφάνειας και των άτυπων διαμεσολαβήσεων.

Εδώ ακριβώς εντάσσεται και η επίκληση του «βαθέος κράτους». Η επιλογή αυτής της φράσης δεν αφορά μόνο έναν διοικητικό μηχανισμό με ελαττώματα. Αφορά ένα ολόκληρο πλέγμα εξαρτήσεων, σχέσεων και πρακτικών που επιβιώνει ακόμα και όταν αλλάζουν κυβερνήσεις. Ο πρωθυπουργός επιχειρεί να εμφανίσει τη Νέα Δημοκρατία ως δύναμη ρήξης με αυτές τις παθογένειες, δίνοντας στη συγκεκριμένη κρίση χαρακτήρα νέας εκκίνησης. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η κυβέρνηση βρίσκεται ήδη επί σειρά ετών στην εξουσία, αυτή η ρητορική προκαλεί και σφοδρή πολιτική αμφισβήτηση από αντιπάλους που την κατηγορούν ότι ανακαλύπτει εκ νέου ένα σύστημα που η ίδια δεν κατόρθωσε να ξεριζώσει.

Η θεσμική πρόταση που ανοίγει νέα πολιτική συζήτηση

Το πιο βαρύ θεσμικό στοιχείο της δήλωσης ήταν η εισήγηση για ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή μετά τις εκλογές του 2027, με αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα όσο παραμένει στο υπουργικό συμβούλιο. Η πρόταση αυτή δεν αφορά μόνο τεχνική αναδιοργάνωση. Ακουμπά τον πυρήνα της σχέσης εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας μέσα στο ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα.

Η λογική πίσω από αυτή την ιδέα είναι σαφής: να περιοριστεί το φαινόμενο του πολιτικού προσώπου που λειτουργεί ταυτόχρονα ως κυβερνητικό στέλεχος και ως βουλευτής με τοπική εκλογική πίεση, διατηρώντας ανοικτό δίαυλο αιτημάτων, εξυπηρετήσεων και παρεμβάσεων. Με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός δείχνει ότι θεωρεί πως ένα μέρος της παθογένειας γεννιέται ακριβώς από τη διπλή ιδιότητα του υπουργού-βουλευτή. Εάν αυτή διαχωριστεί, εκτιμά ότι μπορεί να ενισχυθεί και ο κοινοβουλευτικός ρόλος και η θεσμική καθαρότητα της κυβέρνησης.

Η πρόταση αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή σε παλαιότερη συνέντευξή του, τον Οκτώβριο του 2025, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δηλώσει ότι διαφωνεί με το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, σημειώνοντας ότι τέτοια σχήματα παραπέμπουν περισσότερο σε προεδρικά συστήματα. Αυτό δείχνει ότι η πίεση των εξελίξεων ή η πολιτική ανάγκη θεσμικής αντεπίθεσης έχει οδηγήσει σε ουσιαστική μετατόπιση της θέσης του.

Γιατί η δήλωση έχει τόσο μεγάλη πολιτική σημασία

Η πρωθυπουργική παρέμβαση δεν είναι μια απλή τοποθέτηση διαχείρισης κρίσης. Είναι προσπάθεια ανασύνταξης του αφηγήματος. Η κυβέρνηση θέλει να αποφύγει να εγκλωβιστεί σε μια εικόνα συστημικής φθοράς που ξεπερνά την επικαιρότητα και μπορεί να τη συνοδεύσει έως τις κάλπες. Γι’ αυτό ο πρωθυπουργός έκλεισε το μήνυμά του επιμένοντας ότι η πορεία από εδώ και πέρα θα είναι μόνο μπροστά, με πρώτο καθοριστικό σταθμό τις εκλογές του 2027. Με αυτή τη φράση θέλει να αποτρέψει την αίσθηση πολιτικού αδιεξόδου και να μεταφέρει την αντιπαράθεση στο πεδίο της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Την ίδια στιγμή, όμως, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει ήδη προκαλέσει σοβαρό πολιτικό φορτίο. Τα σχετικά ρεπορτάζ μιλούν για ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, για πολλαπλές αποκαλύψεις και για διάχυτο φόβο περαιτέρω επιβάρυνσης του κλίματος. Συνεπώς, το πρωθυπουργικό μήνυμα δεν έκλεισε τη συζήτηση. Την ανέβασε σε άλλο επίπεδο, επιχειρώντας να δώσει στην κυβέρνηση ρόλο επιθετικού μεταρρυθμιστή αντί αμυνόμενου διαχειριστή σκανδάλου.

Η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν μια ουδέτερη ενημέρωση για τις δικαστικές εξελίξεις. Ήταν μια σαφής πολιτική παρέμβαση με τρεις επιδιώξεις: να δείξει ότι η κυβέρνηση δεν διστάζει απέναντι στη δικαστική διερεύνηση, να διαχωρίσει τις πολιτικές ευθύνες από τις βαρύτερες κατηγορίες προσωπικού οφέλους, και να επαναφέρει στο προσκήνιο μια ατζέντα θεσμικών αλλαγών που παρουσιάζεται ως απάντηση στις χρόνιες στρεβλώσεις του πολιτικού συστήματος. Το μήνυμα ήταν καθαρό: ταχεία απονομή δικαιοσύνης, μετωπική επίθεση στις παλιές πρακτικές και προετοιμασία ενός διαφορετικού μοντέλου πολιτικής λειτουργίας μετά το 2027.

Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι μόνο τι ειπώθηκε, αλλά τι θα ακολουθήσει. Διότι σε τέτοιες υποθέσεις, οι λέξεις έχουν αξία μόνο όταν επιβεβαιώνονται από τις πράξεις, τις δικαστικές εξελίξεις και τις θεσμικές αποφάσεις που έρχονται μετά. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει ήδη μετατραπεί σε πεδίο δοκιμασίας όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά για ολόκληρη τη σχέση της πολιτικής εξουσίας με τη διοίκηση, τις επιδοτήσεις, τη λογοδοσία και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Και αν αυτή η κρίση πράγματι σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής, τότε το πραγματικό της μέγεθος δεν θα κριθεί από το σημερινό διάγγελμα, αλλά από το αν η χώρα θα βγει από αυτήν με περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη θεσμική αυστηρότητα και λιγότερο χώρο για τους μηχανισμούς που επί χρόνια δηλητηριάζουν το δημόσιο βίο


Ολόκληρη η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη:

«Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σας απευθύνομαι σήμερα χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές. Αυτή είναι η ευθύνη μου, ως Πρωθυπουργός αλλά και ως Πρόεδρος μιας μεγάλης παράταξης της οποίας η ιστορία ταυτίζεται με τη διαδρομή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, με τις καλές και λιγότερο καλές στιγμές της.

Θέλω να κάνω τρεις επισημάνσεις.
 
Πρώτον, η αποστολή δικογραφίας στη Βουλή με αίτημα την άρση της ασυλίας 11 Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας συνιστά σοβαρή εξέλιξη, για την οποία οφείλω να τοποθετηθώ αναλυτικά.

Θυμίζω ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσμοθετήθηκε το 2020 και στηρίχθηκε πλήρως από την κυβέρνησή μας. Το δε υλικό πάνω στο οποίο εδράζει τα αιτήματά της είναι προϊόν νόμιμων επισυνδέσεων που έγιναν από τις διωκτικές αρχές και πάλι αυτής της κυβέρνησης. Χωρίς να υπάρξει, προφανώς, καμία παρέμβαση στο έργο τους. Αφορώντας, βέβαια, συμβάντα όχι σημερινά, αλλά του 2021.

Τα μέλη της κυβέρνησης που αναφέρονται στην υπόθεση υπέβαλαν αμέσως την παραίτηση τους. Τα δε αιτήματα ασυλίας θα συζητηθούν αύριο στην Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής. Ηταν, άλλωστε, η Νέα Δημοκρατία που τροποποίησε το Σύνταγμα ώστε η άρση της ασυλίας των Βουλευτών να γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Τιμά τους Βουλευτές μας η απόφαση τους να ζητήσουν την άρση της κοινοβουλευτικής τους προστασίας.

Ομως, από την πρώτη επεξεργασία των στοιχείων είναι σαφές πως δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα. Ενα, όμως, είναι βέβαιο: κανείς από τους Βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος.

Με δεδομένο ότι ο δυτικός νομικός πολιτισμός έχει δώσει αγώνες για να κατακτηθεί το τεκμήριο της αθωότητας, τονίζω ότι θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να το υπερασπιστώ. Γι’ αυτό και ζητώ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μετά την άρση της ασυλίας των Βουλευτών μας, να προχωρήσει ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους προτίθεται να ασκήσει διώξεις.

Και όταν λέω ταχύτατα, το εννοώ. Γιατί μιλάμε για Βουλευτές μας οι οποίοι έχουν ήδη υποστεί προσωπικό αλλά και πολιτικό πλήγμα. Εχουν, συνεπώς, το ελάχιστο δικαίωμα να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.

Η δεύτερη επισήμανσή μου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αφορά τη μάστιγα των πελατειακών σχέσεων, που επί δεκαετίες περνούσαν, σαν παλαιοκομματική “σκυτάλη”, από τα χέρια της μιας κυβέρνησης προς την επόμενη. Απέναντί της έχω σταθεί αυτοκριτικά πολλές φορές, όπως και για το γεγονός ότι δεν έκανα νωρίτερα δραστικές παρεμβάσεις για να σπάσει το «απόστημα»

Ομως, η μεγάλη μεταρρύθμιση τώρα υλοποιείται: ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως τον ξέραμε, δεν υπάρχει πια. Η ευθύνη του προσδιορισμού και αποπληρωμής των αγροτικών ενισχύσεων μεταβιβάστηκε στην ΑΑΔΕ. Και όπως σήμερα δεν ζητάμε διευκολύνσεις από την ΑΑΔΕ για φορολογικά θέματα, το ίδιο θα ισχύει στο εξής και για τις επιδοτήσεις. Είναι μία μεγάλη αλλαγή, που θα ωφελήσει πολύ κάθε έντιμο αγρότη και κτηνοτρόφο.

Εδώ επιτρέψτε μου έναν πιο προσωπικό τόνο. Φτάνει πια με τους υποκριτές που «ανακάλυψαν» ξαφνικά ότι τα ρουσφέτια στον τόπο ξεκίνησαν το 2019. Τέτοιες πελατειακές σχέσεις συνοδεύουν το ελληνικό κράτος από τη σύσταση του. Είναι από τους βασικούς λόγους της εθνικής μας υστέρησης σε σχέση με την Ευρώπη.

Σας μιλώ από καρδιάς. Προφανώς, δεν προέκυψα από πολιτική “παρθενογένεση”. Οποιος βουλευτής εκλέγεται με σταυρό, διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση, είναι απλώς ψεύτης.

Ομως, από το 2019 αγωνίζομαι να μετατρέψω την Ελλάδα σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο δεν θα χρειάζεται να γνωρίζεις προσωπικά τον Βουλευτή προκειμένου να αντιμετωπιστείς με αξιοπρέπεια από το Δημόσιο.

Το μεγάλο στοίχημα του ψηφιακού εκσυγχρονισμού που κερδίζουμε ημέρα με την ημέρα δεν στοχεύει μόνο σε μία καλύτερη καθημερινότητα για όλους, αλλά στην αντιμετώπιση της μικρής ή μεγαλύτερης διαφθοράς που μπορεί να κρύβεται σε κάθε διαδικασία στην οποία υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας. Οι νοοτροπίες αιώνων, βλέπετε, δεν αλλάζουν, δυστυχώς, απ’ τη μία στιγμή στην άλλη. Γι’ αυτό και πρέπει να στερήσουμε από το ρουσφέτι το πολιτικό του «οξυγόνο»

Πώς;

Σήμερα οι συντάξεις βγαίνουν σε σύντομο διάστημα και όχι σε τρία χρόνια. Άρα, γιατί να πάρεις τον Βουλευτή για να ζητήσεις να βγει πιο γρήγορα η δική σου; Στη χώρα, όταν υπάρχουν αρκετά κρεβάτια Εντατικής, ποιος ο λόγος να απαιτεί κάποιος προνομιακή μεταχείριση; Από τη στιγμή που οι κλήσεις της Τροχαίας επιδίδονται αυτόματα και ψηφιακά, ποιος θα μπορεί μετά να θέλει να σβηστεί η δική του;

Τώρα που η θητεία εκσυγχρονίζεται και όλοι υπηρετούν στον Στρατό Ξηράς με τους ίδιους όρους, χάνει πλέον το νόημά του το στρατολογικό ρουσφέτι.

Κι όταν, όπως δρομολογούμε, δορυφόροι καταγράφουν τις καλλιέργειες και όλα τα ζώα έχουν ηλεκτρονική σήμανση, τελειώνουμε οριστικά με τα ανύπαρκτα κοπάδια και τα εικονικά βοσκοτόπια.

Ολες αυτές είναι πολιτικές που υλοποιούνται ήδη και αλλάζουν το «βαθύ κράτος». Για να το πω διαφορετικά: μόνο ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός και η διαφάνεια μπορούν να μας απαλλάξουν από ξεπερασμένες πρακτικές που δεν χωρούν στον 21ο αιώνα.

Τέλος, το τρίτο μου σχόλιο αφορά το πολιτικό σύστημα συνολικά. Κανείς -και πρώτος εγώ- δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στην κρίση εμπιστοσύνης, η οποία απευθύνεται όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας συνολικά. Μία πρόκληση, βέβαια, που απασχολεί όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εμείς, ωστόσο, έχουμε χρέος να ασχοληθούμε με τα «του οίκου μας».

Εχουμε φτάσει, νομίζω, σε ένα σημείο καμπής. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, αλλά και ως πρόεδρος ενός κόμματος που εγγυάται τη σταθερότητα και την ασφάλεια, οφείλω να αξιολογήσω τη συγκυρία, όχι μόνο ως δίδαγμα μιας αρνητικής εμπειρίας αλλά και ως μία νέα αφετηρία μάχης με το “βαθύ κράτος”. Με πρώτη τη δική μου παράταξη να γίνεται δύναμη ρήξης με τα κακώς κείμενα και να αναμετριέται, με ειλικρίνεια και γενναιότητα, με τις δικές της αδυναμίες.

Ετσι, θα εισηγηθώ προς συζήτηση στον δημόσιο διάλογο μια νέα δέσμη θεσμικών τομών, πέραν των προτάσεών μας για τη συνταγματική αναθεώρηση. Ανάμεσά τους, το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, με αντικατάσταση του Υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του Βουλευτή.

Προφανώς, οι παραπάνω προτάσεις θα τεθούν σε διαβούλευση με την κοινωνία, ώστε να υλοποιηθούν μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές. Θα αποτελέσουν, επίσης, μέρος των δεσμεύσεων τις οποίες θα αναλάβουμε, εφόσον ο λαός μας εμπιστευθεί ξανά. Και πάντως, σίγουρα σηματοδοτούν την προσωπική μου απόφαση η πατρίδα να κερδίσει οριστικά τον πόλεμο με τα δεσμά του παρελθόντος της.

Με άλλα λόγια, βαδίζοντας προς το ορόσημο του 2030 και τους δύο αιώνες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, καλούμαστε να αναμετρηθούμε με όλες εκείνες τις διαχρονικές παθογένειες που δεν ξεριζώσαμε ακόμα. Και παρά τις δυσκολίες, παρά τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι Ελληνίδες και οι Έλληνες θα στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης της δημόσιας ζωής.

Η χώρα θα νικήσει ό,τι έρχεται από το χθες και την κρατά πίσω. Και η πορεία της στο εξής θα είναι μόνο μπροστά, με πρώτο και καθοριστικό σταθμό τις εκλογές του 2027».


Discover more from Το Περίπτερο μας

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Recommended For You

About the Author: admin

Discover more from Το Περίπτερο μας

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading