
Σε μια εποχή που οι έννοιες της θρησκευτικής ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων δοκιμάζονται έντονα σε πολλά σημεία του πλανήτη, η περίπτωση της Ρωσίας έρχεται ξανά στο προσκήνιο, προκαλώντας βαθιά ανησυχία. Η καταδίκη ενός ακόμα πολίτη, όχι για πράξεις βίας ή εγκληματικές ενέργειες, αλλά για την ειρηνική του πίστη ως Μάρτυρας του Ιεχωβά, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη θέση της ελευθερίας συνείδησης στη σύγχρονη ρωσική κοινωνία. Η υπόθεση του Μαξίμ Καμάτσιν δεν είναι μεμονωμένη, αλλά μέρος μιας συστηματικής καταδίωξης που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία οκτώ χρόνια. Πίσω από τις δικαστικές αποφάσεις και τις ετικέτες περί «εξτρεμισμού», αναδύεται ένα ευρύτερο πρόβλημα: η ποινικοποίηση της πίστης.
Στη ρωσική πόλη Τσελιάμπινσκ, ο 28χρονος Μαξίμ Καμάτσιν καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία της «οργάνωσης δραστηριοτήτων εξτρεμιστικής ομάδας». Η «ομάδα» στην οποία αναφέρεται η κατηγορία δεν είναι άλλη από την οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά, μιας θρησκευτικής κοινότητας που δραστηριοποιείται παγκοσμίως με ειρηνικό χαρακτήρα και έντονη ιεραποστολική δράση.
Η καταδίκη του Καμάτσιν εντάσσεται σε μια ευρύτερη κατασταλτική πολιτική της ρωσικής κυβέρνησης κατά των Μαρτύρων του Ιεχωβά, οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί «εξτρεμιστές» από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας ήδη από το 2017. Με την απόφαση αυτή, έκλεισαν και απαγορεύτηκαν τα περίπου 400 τοπικά παραρτήματα της οργάνωσης, ενώ χιλιάδες μέλη της βρέθηκαν στο στόχαστρο των αρχών.
Μέχρι σήμερα, πάνω από 850 Μάρτυρες του Ιεχωβά έχουν διωχθεί ποινικά, ενώ 588 από αυτούς έχουν ενταχθεί στο ομοσπονδιακό μητρώο εξτρεμιστών και τρομοκρατών — ένας κατάλογος που περιλαμβάνει και πραγματικούς εγκληματίες. Από αυτούς, 460 έχουν φυλακιστεί τουλάχιστον για κάποιο διάστημα.
Ο Μαξίμ Καμάτσιν δήλωσε στο δικαστήριο πριν την έκδοση της απόφασης:
«Είναι μεγάλη τιμή για μένα να είμαι Μάρτυρας του Ιεχωβά. Και καμία δίωξη δεν μπορεί να με κάνει να απαρνηθώ τις πεποιθήσεις μου… Καμία απαγόρευση νομικών προσώπων δεν μπορεί να εμποδίσει έναν άνθρωπο να είναι πιστός.»
Η ρωσική αστυνομία και οι δυνάμεις ασφαλείας (FSB και Εθνική Φρουρά) συμμετείχαν στην έρευνα και την ποινική δίωξη του Καμάτσιν. Σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, κατασχέθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, σκληροί δίσκοι και χειρόγραφες σημειώσεις με θρησκευτικό περιεχόμενο, ενώ η έρευνα φέρεται να απέδειξε πως ο Καμάτσιν οργάνωσε και διεύθυνε τοπικά τμήματα της απαγορευμένης θρησκευτικής οργάνωσης μεταξύ 2017 και 2022.
Το πλαίσιο της καταστολής:
Η Ρωσία, όπου κυριαρχεί η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, εμφανίζει ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι σε θρησκευτικές μειονότητες. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, με τη γνωστή τακτική τους του κηρύγματος «πόρτα-πόρτα» και την άρνηση συμμετοχής σε στρατιωτικές υπηρεσίες, συχνά αντιμετωπίζονται με καχυποψία και θεωρούνται από ορισμένους Ορθόδοξους θεολόγους ως «ολοκληρωτική αίρεση».
Η πολιτεία φαίνεται να υιοθετεί αυτή τη θεώρηση, μεταφράζοντάς την σε θεσμική καταστολή. Οι μεγαλύτερες ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί σε μέλη της οργάνωσης ξεπερνούν τα οκτώ έτη.
Μάλιστα, τον προηγούμενο μήνα, ο 67χρονος Βαλέρι Μπάιλο, επίσης Μάρτυρας του Ιεχωβά, απεβίωσε λίγο πριν ολοκληρώσει την ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Σύμφωνα με δηλώσεις της οργάνωσης, δεν του παρασχέθηκε η απαραίτητη ιατρική φροντίδα καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του.
Η υπόθεση του Μαξίμ Καμάτσιν αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο σε μια ανησυχητική ιστορία καταστολής της θρησκευτικής ελευθερίας. Ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία, τα μέλη των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη Ρωσία συνεχίζουν να ζουν υπό τον φόβο της ποινικής δίωξης απλώς και μόνο για τις πεποιθήσεις τους. Το ερώτημα που γεννάται είναι ξεκάθαρο: Μπορεί η πίστη να αποτελεί έγκλημα στον 21ο αιώνα;
Discover more from Το Περίπτερο μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.