Υπάρχουν μνημεία που μοιάζουν να έχουν «κλειδώσει» την ιστορία τους: τα κοιτάς, τα θαυμάζεις, τα φωτογραφίζεις, και θεωρείς πως ξέρεις πάνω-κάτω τι είναι, πότε φτιάχτηκαν και από ποιον. Η Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο οικοδόμημα της ανθρωπότητας, σύμβολο της αιγυπτιακής μεγαλοφυΐας, της κρατικής οργάνωσης του Παλαιού Βασιλείου και της φιλοδοξίας ενός φαραώ να «γράψει» το όνομά του στην αιωνιότητα. Για γενιές ολόκληρες, το κυρίαρχο αφήγημα λέει ότι η πυραμίδα είναι του Χέοπα (Khufu) και ότι χτίστηκε γύρω στα μέσα του 3ου π.Χ. χιλιετηρίου.

Κι όμως, κατά καιρούς, εμφανίζονται νέες ιδέες που επιχειρούν να κλονίσουν αυτό το στέρεο πλαίσιο. Άλλες είναι απλώς λαϊκοί μύθοι, άλλες είναι καλοπροαίρετες αλλά ανεπαρκείς εικασίες, και κάποιες επιχειρούν να πατήσουν πάνω σε μετρήσεις και μοντέλα, διεκδικώντας θέση στη συζήτηση. Σε αυτό το τελευταίο πεδίο κινείται μια νέα προκαταρκτική μελέτη, η οποία υποστηρίζει κάτι πραγματικά εκρηκτικό: ότι η Μεγάλη Πυραμίδα μπορεί να είναι ασύλληπτα παλαιότερη—όχι 4.500 ετών, αλλά δεκάδων χιλιάδων ετών—σαν να προέρχεται από έναν «σκοτεινό» προϊστορικό ορίζοντα, πριν από τις δυναστείες, πριν από τις πόλεις, πριν από όσα συνδέουμε με τον οργανωμένο πολιτισμό στην Αίγυπτο.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «αν αλλάζει η ημερομηνία». Είναι αν αλλάζει ολόκληρη η ιστορία που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε. Και ακόμη περισσότερο: αν πρόκειται για επιστημονική πρόταση που μπορεί να σταθεί απέναντι στα δεδομένα της αρχαιολογίας, ή για μια ενδιαφέρουσα αλλά επισφαλή απόπειρα που χρειάζεται πολύ αυστηρότερο έλεγχο.
Η νέα πρόταση: «η πέτρα θυμάται» περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε
Σύμφωνα με το άρθρο, ένας μηχανικός, ο Alberto Donini (Πανεπιστήμιο της Μπολόνια), δημοσίευσε σε ανοιχτό αποθετήριο μια προκαταρκτική εργασία που δεν έχει ακόμη περάσει από επιστημονική κρίση (peer review). Η προσέγγισή του βασίζεται σε αυτό που ονομάζει Μέθοδο Σχετικής Διάβρωσης (Relative Erosion Method – REM): επιχειρεί, δηλαδή, να «διαβάσει» τον χρόνο πάνω στις επιφάνειες των λίθων, συγκρίνοντας σημεία που ήταν για αιώνες προστατευμένα με σημεία που ήταν εκτεθειμένα στα στοιχεία της φύσης.
Η λογική του είναι σχετικά απλή ως ιδέα:
- όπου η πέτρα έμεινε εκτεθειμένη σε άνεμο, άμμο, υγρασία, θερμικές μεταβολές και ανθρώπινη χρήση, θα έπρεπε να εμφανίζει μεγαλύτερη φθορά·
- όπου η πέτρα ήταν καλυμμένη/προστατευμένη, θα έπρεπε να εμφανίζει μικρότερη φθορά·
- η διαφορά ανάμεσα στα δύο, σε συνδυασμό με στατιστικό/μοντελοποιητικό υπολογισμό, μπορεί—σύμφωνα με τον ίδιο—να δώσει ένδειξη για το «πόσο καιρό» το μνημείο βρίσκεται εκεί.
Στο συγκεκριμένο κείμενο, ο Donini αναφέρει ότι μέτρησε δώδεκα σημεία γύρω από τη βάση της πυραμίδας, συγκρίνοντας επιφάνειες διαφορετικής έκθεσης. Από εκεί, μέσω του μοντέλου του, προκύπτει μια «μέση ηλικία» περίπου 22.900 ετών πριν από σήμερα, με ένα εύρος πιθανοτήτων που εκτείνεται βαθιά στην προϊστορία (και μάλιστα με στατιστικό επίπεδο αξιοπιστίας που ο ίδιος επικαλείται). Με απλά λόγια: η πυραμίδα, κατά την πρόταση αυτή, θα μπορούσε να τοποθετείται σε μια περίοδο που αντιστοιχεί στην Παλαιολιθική Εποχή—κάτι που, αν ίσχυε, θα απαιτούσε συνολική αναθεώρηση όχι μόνο της αιγυπτιολογίας αλλά και της ίδιας της εικόνας μας για τις δυνατότητες των ανθρώπινων κοινωνιών τότε.
Το «αδύνατο» σημείο: γιατί οι ειδικοί είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί
Το ίδιο το άρθρο επισημαίνει ότι η μέθοδος, ακόμη κι αν είναι ευρηματική, συναντά θεμελιώδεις δυσκολίες.
1) Το κλίμα δεν είναι σταθερή «μεζούρα»
Η Αίγυπτος των τελευταίων δεκάδων χιλιάδων ετών δεν είχε σταθερές κλιματικές συνθήκες. Μεταβολές υγρασίας, περίοδοι διαφορετικής βροχόπτωσης, αμμοθύελλες, θερμοκρασιακές διακυμάνσεις και γενικότερες γεωπεριβαλλοντικές αλλαγές κάνουν τη διάβρωση πολύ πιο σύνθετη από ένα «ρολόι» που χτυπά με σταθερό ρυθμό.
2) Η σύγχρονη ανθρώπινη παρουσία αλλάζει το μνημείο
Ρύπανση, επισκεψιμότητα, επεμβάσεις συντήρησης, ακόμη και η διαρκής τριβή στη βάση από εκατομμύρια βήματα, μπορούν να αλλοιώσουν μοτίβα φθοράς και να εισάγουν «θόρυβο» στις μετρήσεις.
3) Το μεγαλύτερο κενό: η αρχαιολογία δεν μένει χωρίς «τεκμήρια»
Η επικρατούσα επιστημονική θέση εξακολουθεί να συνδέει τη Μεγάλη Πυραμίδα με τον Χέοπα, στην Τέταρτη Δυναστεία του Παλαιού Βασιλείου (στο άρθρο αναφέρεται το γενικό χρονολογικό πλαίσιο γύρω από τον 26ο αιώνα π.Χ.). Και αυτό δεν είναι μια αυθαίρετη «παράδοση». Βασίζεται σε ένα πλέγμα από στοιχεία υλικής κουλτούρας και ιστορικού περιβάλλοντος: επιγραφές, τάφους, κεραμικά, εργαλεία, οικιστικά ίχνη εργατών/οργανώσεων και τη συνολική εξέλιξη της αρχιτεκτονικής της εποχής.
Τι λένε τα «σκληρά» δεδομένα: ραδιοχρονολογήσεις και οργανικά κατάλοιπα
Το άρθρο θυμίζει ότι, πέρα από τυπολογικές/αρχαιολογικές συσχετίσεις, υπάρχει και ραδιοχρονολόγηση: οργανικά υλικά που βρέθηκαν σε κονίαμα/αρμούς ή σε σχετικά συμφραζόμενα μπορούν να δώσουν ημερομηνίες.
Εδώ είναι κρίσιμο να γίνει μια διάκριση που συχνά παρεξηγείται: η ραδιοχρονολόγηση δίνει την ηλικία του οργανικού υλικού (π.χ. κάρβουνο/καμένα υπολείμματα/φυτικό υλικό), όχι απαραίτητα την ακριβή ημέρα που τοποθετήθηκε σε έναν αρμό. Γι’ αυτό και στη βιβλιογραφία υπάρχει η γνωστή δυσκολία του «old wood» (παλιό ξύλο): μπορεί να χρησιμοποιήθηκε ξυλεία που ήταν ήδη παλιά όταν κάηκε ή όταν ενσωματώθηκε το υλικό. Παρ’ όλα αυτά, οργανισμοί που έχουν ασχοληθεί ειδικά με τη Γκίζα παρουσιάζουν ότι τα δείγματα για τη Μεγάλη Πυραμίδα τείνουν να πέφτουν σε εύρος μερικών αιώνων, κάτι που ερμηνεύεται (με επιφυλάξεις) μέσα στο δυναστικό πλαίσιο.
Παράλληλα, για τη γενικότερη απόλυτη χρονολόγηση της Δυναστικής Αιγύπτου, υπάρχουν μεγάλες συνθετικές εργασίες που χρησιμοποιούν εκατοντάδες ραδιοχρονολογήσεις και Bayesian μοντελοποίηση, ώστε να «δέσουν» τα ιστορικά βασιλικά χρονικά με ημερολογιακές κλίμακες. Η κατάθεση τέτοιων δεδομένων δεν αφορά μόνο μια πυραμίδα· στηρίζει το συνολικό χρονολόγιο μέσα στο οποίο τοποθετούνται και οι μεγάλες κατασκευές.
Και, επιπλέον, σε υλικό του PBS/NOVA, ο αιγυπτιολόγος Mark Lehner αναφέρεται σε ραδιοχρονολογήσεις σχετικών ευρημάτων από τη Γκίζα (όπως το «μεγάλο πλοίο» κοντά στη Μεγάλη Πυραμίδα), που τοποθετούνται γύρω στο 2600 π.Χ. — στοιχείο που ενισχύει το γενικό ιστορικό πλαίσιο, έστω κι αν κάθε επιμέρους δείγμα απαιτεί προσεκτική ανάγνωση.
Άρα… «δεν είναι του Χέοπα»; Τι πραγματικά σημαίνει η είδηση
Η πιο τίμια ανάγνωση—όπως προκύπτει και από τον τρόπο που το παρουσιάζει το άρθρο—είναι ότι δεν έχει αλλάξει η επιστημονική συναίνεση.
Αυτό που υπάρχει είναι:
- μια προκαταρκτική εργασία που προτείνει μια νέα μέθοδο και βγάζει μια ακραία, θεαματική χρονολόγηση,
- η οποία όμως δεν έχει αξιολογηθεί ακόμη επιστημονικά και
- έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με ένα πολύ πυκνό σώμα αρχαιολογικών και χρονολογικών τεκμηρίων που τοποθετούν το μνημείο στον κόσμο του Παλαιού Βασιλείου.
Με άλλα λόγια, η «ανατροπή» βρίσκεται περισσότερο στο επίπεδο του δημόσιου ενδιαφέροντος—εκεί όπου μια εντυπωσιακή υπόθεση γίνεται εύκολα τίτλος—παρά στο επίπεδο της επιστημονικής απόφασης. Αυτή, αν έρθει ποτέ, θα απαιτήσει ανεξάρτητες επαναλήψεις μετρήσεων, σύγκριση με άλλες μεθόδους, διεθνή κριτική, και κυρίως συμβατότητα με το συνολικό αρχαιολογικό περιβάλλον της Γκίζας.
Η Μεγάλη Πυραμίδα δεν είναι απλώς πέτρα πάνω σε πέτρα. Είναι τομή ανάμεσα στην ιστορία και στη φαντασία: από τη μια, το μνημείο που επιβιώνει μέσα στον χρόνο και, από την άλλη, ο πειρασμός να πιστέψουμε ότι κρύβει ένα μυστικό ικανό να ανατρέψει τα πάντα. Γι’ αυτό και κάθε νέα θεωρία γύρω της αποκτά αμέσως τεράστια δημοσιότητα. Όμως η επιστήμη, όταν σέβεται τον εαυτό της, δεν λειτουργεί με τη δύναμη του τίτλου αλλά με τη δύναμη της επαλήθευσης.
Η πρόταση του Donini—όπως παρουσιάζεται—είναι σίγουρα ένα ενδιαφέρον «πείραμα σκέψης» και μια προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η ίδια η φθορά του μνημείου ως εργαλείο χρονολόγησης. Αλλά ταυτόχρονα κουβαλά τα μεγάλα βάρη κάθε τέτοιας προσέγγισης: το ασταθές κλίμα του παρελθόντος, τις ανθρώπινες επιδράσεις του παρόντος, και κυρίως την ανάγκη να σταθεί απέναντι σε δεκαετίες αρχαιολογικής έρευνας και ραδιοχρονολογικών πλαισίων που τοποθετούν τις πυραμίδες στον κόσμο των φαραώ.
Αν τελικά κάτι αξίζει να κρατήσουμε από αυτή την ιστορία, δεν είναι η εύκολη βεβαιότητα ότι «η πυραμίδα δεν είναι του Χέοπα». Είναι το πιο γόνιμο δίδαγμα: ότι ακόμη και για τα πιο διάσημα μνημεία του κόσμου, η έρευνα συνεχίζει να δοκιμάζει ιδέες, να προκαλεί ερωτήματα και να απαιτεί αποδείξεις. Κι αυτό, όσο κι αν απογοητεύει όσους θέλουν ένα άμεσο «θαύμα ανατροπής», είναι ο πραγματικός λόγος που η γνώση προχωρά—βήμα-βήμα, με αμφιβολία, με έλεγχο και με σεβασμό στα δεδομένα.
Discover more from Το Περίπτερο μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.