Η Γαλλία προχωρά σε μια κίνηση που πολλοί χαρακτηρίζουν ορόσημο για τα δικαιώματα των καταναλωτών και για την περιβαλλοντική πολιτική της Ευρώπης: αντιμετωπίζει πλέον ως ποινικό αδίκημα την προγραμματισμένη απαξίωση – δηλαδή τη σκόπιμη πρακτική σχεδιασμού προϊόντων έτσι ώστε να χαλάνε νωρίτερα, να γίνονται σταδιακά «άχρηστα» ή να ωθούν τον χρήστη σε αντικατάσταση πριν ολοκληρώσουν τον φυσικό κύκλο ζωής τους.

Πίσω από αυτή την απόφαση υπάρχει μια ευρύτερη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα: η καθημερινή εμπειρία εκατομμυρίων πολιτών που βλέπουν συσκευές να φθείρονται γρηγορότερα από όσο δικαιολογείται, ανταλλακτικά να εξαφανίζονται, επισκευές να κοστίζουν σχεδόν όσο μια νέα αγορά, ενώ παράλληλα τα ηλεκτρονικά απορρίμματα αυξάνονται με εκρηκτικό ρυθμό. Η γαλλική πρωτοβουλία επιχειρεί να σπάσει αυτόν τον φαύλο κύκλο, μετατρέποντας τη «σπατάλη μέσω σχεδιασμού» από γκρίζα εμπορική πρακτική σε ζήτημα νόμου, ευθύνης και ποινών.
Τι θεωρείται «προγραμματισμένη απαξίωση» και τι τιμωρείται
Στην καρδιά της νομοθεσίας βρίσκεται η αρχή ότι ένας κατασκευαστής δεν επιτρέπεται να μειώνει σκόπιμα τη διάρκεια ζωής ενός προϊόντος. Η Γαλλία είχε ήδη εντάξει σχετικές ρυθμίσεις στον Κώδικα Καταναλωτή από το 2015 και στη συνέχεια τις ενίσχυσε, δίνοντας πιο «δυνατά δόντια» στην εφαρμογή τους.
Οι κυρώσεις είναι βαριές: προβλέπονται έως δύο έτη φυλάκισης και πρόστιμο έως 300.000 ευρώ, ενώ σε σοβαρότερες περιπτώσεις το οικονομικό πλήγμα μπορεί να ανέβει ακόμη περισσότερο, φτάνοντας έως και ποσοστό επί του ετήσιου κύκλου εργασιών της εταιρείας. Με απλά λόγια, η Γαλλία δεν θέλει απλώς να «νουθετήσει», αλλά να κάνει το ρίσκο της παραβίασης ασύμφορο.
Όχι μόνο «σπασμένα εξαρτήματα»: στο στόχαστρο και η ψηφιακή απαξίωση
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη σύγχρονη μορφή απαξίωσης που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι: τη ψηφιακή. Η γαλλική προσέγγιση δεν περιορίζεται σε υλικά χαμηλής αντοχής ή «αδύναμα» εξαρτήματα, αλλά περιλαμβάνει και πρακτικές όπως ενημερώσεις λογισμικού που επιβραδύνουν παλαιότερες συσκευές, περιορίζουν λειτουργίες ή κάνουν τον χρήστη να αισθάνεται ότι «δεν γίνεται αλλιώς» από το να αγοράσει καινούρια.
Στο δημόσιο διάλογο επανήλθε έντονα και η συζήτηση που άναψε μετά από γνωστές υποθέσεις επιβράδυνσης smartphones (το λεγόμενο “battery-gate”), οι οποίες ανέδειξαν το κρίσιμο ερώτημα: πότε μια τεχνική επιλογή είναι πράγματι μέτρο ασφάλειας/βελτίωσης και πότε μετατρέπεται σε εργαλείο εμπορικής πίεσης;
Πυλώνας του «Δικαιώματος στην Επισκευή» και ο δείκτης επισκευασιμότητας
Η ποινικοποίηση δεν έρχεται μόνη της. Εντάσσεται σε μια στρατηγική που η Γαλλία παρουσιάζει ως «δικαίωμα στην επισκευή» (right to repair). Από το 2021 εφαρμόζεται δείκτης επισκευασιμότητας (repairability index), ο οποίος βαθμολογεί –σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων– το πόσο εύκολα και οικονομικά μπορεί κάτι να επισκευαστεί. Στόχος είναι να υπάρχει διαφάνεια πριν από την αγορά και πίεση προς τους κατασκευαστές να σχεδιάζουν προϊόντα με ανθεκτικότητα, ανταλλακτικά και ουσιαστική τεχνική υποστήριξη.
Περιβάλλον, οικονομία και το μήνυμα προς την αγορά
Η Γαλλία συνδέει ανοιχτά την επιλογή της με την ανάγκη μείωσης των ηλεκτρονικών αποβλήτων και με τη μετάβαση σε ένα μοντέλο κυκλικής οικονομίας, που δεν λειτουργεί με τη λογική «παράγω–καταναλώνω–απορρίπτω», αλλά με αντοχή, επαναχρησιμοποίηση και επισκευή.
Βέβαια, αναγνωρίζεται και η βασική δυσκολία: σε τέτοιες υποθέσεις το πιο απαιτητικό κομμάτι είναι η απόδειξη της πρόθεσης — να τεκμηριωθεί δηλαδή ότι η μείωση της διάρκειας ζωής έγινε σκόπιμα και όχι ως «παράπλευρη» τεχνική συνέπεια. Παρ’ όλα αυτά, το σήμα που εκπέμπεται είναι ισχυρό: η καινοτομία δεν μπορεί να στηρίζεται στη σπατάλη, ούτε ο καταναλωτής να αντιμετωπίζεται ως πελάτης «αναγκαστικής επανάληψης».
Η γαλλική επιλογή να μετατρέψει την προγραμματισμένη απαξίωση σε ποινικό ζήτημα δεν είναι απλώς μια ακόμη ρύθμιση σε έναν κατάλογο νόμων. Είναι μια πολιτική δήλωση για το πώς πρέπει να λειτουργεί η αγορά τεχνολογίας και καταναλωτικών αγαθών στον 21ο αιώνα: με σεβασμό στον πολίτη, με ευθύνη απέναντι στο περιβάλλον και με κανόνες που δεν αφήνουν χώρο στην ιδέα ότι τα προϊόντα είναι «αναλώσιμα από κατασκευής». Αν το μοντέλο αυτό επεκταθεί και σε άλλες χώρες, τότε η «εποχή των προϊόντων με κρυφή ημερομηνία λήξης» μπορεί πράγματι να αρχίσει να τελειώνει — όχι ως σύνθημα, αλλά ως πραγματικότητα στην καθημερινότητα των καταναλωτών
Discover more from Το Περίπτερο μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.