Τέμπη: Η δίκη που δεν αντέχει ούτε αποκλεισμούς ούτε σκιές — ένταση, ασφυξία στην αίθουσα και μάχη για το αυτονόητο

Η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών δεν είναι μια συνηθισμένη ποινική διαδικασία. Είναι μια από τις πιο βαριές, πιο φορτισμένες και πιο ιστορικές δικαστικές υποθέσεις της σύγχρονης Ελλάδας, γιατί στο επίκεντρό της δεν βρίσκονται απλώς δικογραφίες, διαδικαστικά ζητήματα και τυπικές δικαστικές αντιπαραθέσεις, αλλά η απαίτηση μιας ολόκληρης κοινωνίας να μάθει πώς χάθηκαν 57 ζωές και ποιοι φέρουν την ευθύνη. Η κάθε συνεδρίαση, η κάθε τοποθέτηση, η κάθε ένσταση και η κάθε εικόνα μέσα από την αίθουσα αποκτά βαρύτητα που ξεπερνά τα στενά όρια ενός δικαστηρίου. Γίνεται δημόσιο γεγονός, ηθικό γεγονός, πολιτικό γεγονός, κοινωνικό γεγονός.

Μέσα σε αυτό το ήδη ασήκωτο φορτίο, η νέα συνεδρίαση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας ανέδειξε από την πρώτη στιγμή κάτι που δεν θα έπρεπε καν να αποτελεί αντικείμενο σύγκρουσης: το δικαίωμα των συγγενών των θυμάτων να είναι παρόντες, να βλέπουν, να ακούν και να παρακολουθούν μια διαδικασία που αφορά το δικό τους αίμα, τη δική τους απώλεια, τη δική τους πληγή. Αντί, λοιπόν, το βάρος να πέφτει αποκλειστικά στην ουσία της υπόθεσης, η διαδικασία επισκιάστηκε ξανά από την αγωνία για την καταλληλότητα της αίθουσας, τις χωροταξικές παρεμβάσεις, τους περιορισμούς στην είσοδο και τις αντιδράσεις για την παρουσία αστυνομικών σε θέσεις που, σύμφωνα με τους παριστάμενους, εμπόδιζαν την ορατότητα και την ομαλή συμμετοχή.

Η ένταση που καταγράφηκε δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα. Ήταν η έκφραση μιας συσσωρευμένης πίεσης, μιας οργής που γεννιέται όταν άνθρωποι που πενθούν αισθάνονται ότι, πέρα από τον χαμό των δικών τους, πρέπει να δώσουν και δεύτερη μάχη για να βρίσκονται καν μέσα στον χώρο όπου απονέμεται η Δικαιοσύνη. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τις εικόνες από τη δίκη τόσο ισχυρές και τόσο ενοχλητικές: επειδή αποκαλύπτουν ότι σε μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους η διαδικαστική επάρκεια δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Είναι μέρος της ίδιας της δικαιοσύνης.

Η νέα συνεδρίαση και το βάρος της διαδικασίας

Η δίκη συνεχίστηκε στη Λάρισα για το πολύνεκρο δυστύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2023, με εκατοντάδες τραυματίες και 57 νεκρούς, υπό το βάρος των εντυπώσεων που είχε αφήσει ήδη η πρώτη συνεδρίαση. Από την αρχή είχε τεθεί έντονα το ζήτημα της καταλληλότητας του χώρου στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στη ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ, καθώς δικηγόροι και συγγενείς θυμάτων είχαν διαμαρτυρηθεί ότι οι διαθέσιμες θέσεις δεν επαρκούσαν και ότι η αίθουσα γέμισε πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας.

Οι αντιδράσεις αυτές δεν έμειναν χωρίς συνέχεια. Έπειτα από τις διαμαρτυρίες, αλλά και μετά τις παρεμβάσεις που εκφράστηκαν από τη Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, έγιναν εργασίες αναδιάταξης του χώρου. Η κύρια δικαστική αίθουσα ενοποιήθηκε με το φουαγέ ώστε να δημιουργηθεί περισσότερος χώρος και να προστεθούν θέσεις, ενώ προβλέφθηκαν και επιπλέον χώροι παρακολούθησης με οθόνες, τόσο ακριβώς έξω από την κύρια αίθουσα όσο και στο ισόγειο, στην είσοδο του Συνεδριακού Κέντρου.

Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι παρεμβάσεις δεν έλυσαν τον πυρήνα της δυσφορίας. Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν μόνο τεχνικό ή πρακτικό. Ήταν και βαθιά συμβολικό. Σε μια δίκη που κουβαλά τέτοιο ηθικό και κοινωνικό φορτίο, κάθε περιορισμός, κάθε απόσταση, κάθε εμπόδιο στην οπτική ή φυσική πρόσβαση των συγγενών μεταφράζεται αμέσως σε αίσθημα αποκλεισμού. Και όταν αυτό συμβαίνει σε γονείς, αδέλφια και ανθρώπους που έχασαν δικούς τους τόσο βίαια, η ένταση σχεδόν προεξοφλείται.

Οι αλλαγές στην αίθουσα και τα αυστηρά μέτρα

Στο μεταξύ, δημοσιεύθηκε διάταξη της προέδρου της έδρας που ρύθμιζε ποιοι και πόσοι θα μπαίνουν κάθε φορά στην κύρια δικαστική αίθουσα. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, μετά την είσοδο των δικηγόρων θα εισέρχονταν πρώτοι εκατό υποστηρίζοντες την κατηγορία, όπως αυτοί αναφέρονται στο κατηγορητήριο, προκειμένου να νομιμοποιηθούν, και κατόπιν θα ακολουθούσαν οι υπόλοιποι διάδικοι για τη δική τους νομιμοποίηση.

Η ρύθμιση αυτή, αν και παρουσιάστηκε ως οργανωτική λύση, λειτούργησε στην πράξη ως σπίθα για νέες αντιδράσεις. Για τους συγγενείς δεν επρόκειτο για μια ουδέτερη τεχνική πρόβλεψη, αλλά για μια ιεράρχηση παρουσιών μέσα στην ίδια την αίθουσα μιας δίκης που αφορά τους δικούς τους ανθρώπους. Έτσι, αντί να εκτονωθεί η κατάσταση, η συζήτηση για το ποιοι θα μπουν, πότε θα μπουν και πού θα καθίσουν ήρθε να προστεθεί στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα.

Την ίδια στιγμή, η έδρα φάνηκε αποφασισμένη να τηρήσει αυστηρά τη διαδικασία. Η πρόεδρος δήλωσε ότι το δικαστήριο θα προχωρήσει με βάση τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και προειδοποίησε ότι όποιος θορυβεί θα απομακρύνεται από την αίθουσα. Η γραμμή αυτή έδειξε την πρόθεση να υπάρξει έλεγχος και τάξη σε μια εξαιρετικά φορτισμένη συνεδρίαση, αλλά στην πράξη συναντήθηκε με την οξύτατη συναισθηματική πραγματικότητα των παρισταμένων.

Η έναρξη της διαδικασίας και οι πρώτες αντιδράσεις

Η δεύτερη συνεδρίαση ξεκίνησε με την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, ώστε να γίνει η νομιμοποίηση των συνηγόρων υπεράσπισής τους. Από νωρίς, όμως, εκδηλώθηκαν αντιδράσεις από δικηγόρους της υποστήριξης της κατηγορίας για την παρουσία αστυνομικών μπροστά από τις θέσεις τους, καθώς και από συγγενείς θυμάτων που βρέθηκαν στο πίσω μέρος της αίθουσας μετά τις αλλαγές στον χώρο.

Η εικόνα αυτή ήταν αρκετή για να επαναφέρει το αίσθημα αδικίας. Για τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ομαλή μια διαδικασία την οποία, όπως φώναζαν, δεν μπορούσαν καν να βλέπουν. Η φυσική παρουσία στην αίθουσα χάνει το νόημά της όταν συνοδεύεται από οπτικά εμπόδια, αδυναμία παρακολούθησης και αίσθηση ότι οι συγγενείς έχουν μετακινηθεί στο περιθώριο μιας δίκης που ξεκίνησε ακριβώς εξαιτίας του δικού τους πένθους και της δικής τους επιμονής.

Η θέση της Μαρίας Καρυστιανού

Ιδιαίτερα ηχηρή ήταν η παρέμβαση της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία προσερχόμενη στην αίθουσα δήλωσε ξεκάθαρα ότι η δίκη δεν μπορεί να γίνει χωρίς την παρουσία των συγγενών μέσα στην αίθουσα. Χαρακτήρισε απαράδεκτη την πρόβλεψη να περάσουν οι πρώτοι εκατό, υποστήριξε ότι όλοι οι συγγενείς πρέπει να βρίσκονται μέσα και άφησε να φανεί η έντονη πεποίθησή της ότι οποιοσδήποτε διαχωρισμός ή αποκλεισμός ακυρώνει ηθικά την ίδια τη διαδικασία.

Η παρέμβασή της δεν είχε μόνο χαρακτήρα διαμαρτυρίας, αλλά και χαρακτήρα δημόσιας καταγγελίας. Η αναφορά της ότι θα βγάλει φωτογραφίες για να δει «το πανελλήνιο» τι συμβαίνει στην αίθουσα έδειξε ακριβώς αυτή τη μετάβαση: από την εσωτερική ένταση μιας δίκης στη δημόσια μάχη για τον έλεγχο της εικόνας και της αλήθειας γύρω από τη δίκη. Για τους συγγενείς, το θέμα δεν ήταν απλώς να βρεθεί μία διοικητική φόρμουλα που θα βολεύει τη ροή της συνεδρίασης. Το θέμα ήταν να μην αισθανθούν ούτε στιγμή ότι η παρουσία τους αντιμετωπίζεται ως διαχειριστικό πρόβλημα.

Η σύγκρουση μέσα στην αίθουσα

Η ένταση κορυφώθηκε όταν η Μαρία Καρυστιανού πλησίασε την έδρα και ακολούθησε οξύς διάλογος με την πρόεδρο, ενώ παρενέβη και η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Από όσα καταγράφηκαν, η σύγκρουση περιστράφηκε γύρω από το αν υπάρχει παρανομία στη στάση των διαμαρτυρομένων, το δικαίωμα των συγγενών να βρίσκονται μπροστά και την απειλή απομάκρυνσης όσων θορυβούν ή δεν συμμορφώνονται με τις οδηγίες της έδρας.

Ο διάλογος ήταν σκληρός, άμεσος και αποκαλυπτικός του κλίματος που επικρατεί. Από τη μία πλευρά, η πρόεδρος επέμενε στη δικαστική τάξη και στις διατάξεις του κώδικα. Από την άλλη, οι συγγενείς και οι συνήγοροί τους αντέτειναν ότι δεν είναι δυνατόν άνθρωποι που έχασαν τα παιδιά τους να αντιμετωπίζονται ως ενοχλητικοί παρευρισκόμενοι ή ως παράγοντας αναταραχής, τη στιγμή μάλιστα που καταγγέλλουν ότι δεν μπορούν να δουν τη διαδικασία λόγω της χωροθέτησης και της παρουσίας αστυνομικών.

Η φράση ότι «όποιος φωνάζει θα βγαίνει έξω» αποτύπωσε τη λογική πειθαρχίας της έδρας, ενώ οι φωνές από την άλλη πλευρά —ότι δεν βλέπουν τίποτα, ότι οι αστυνομικοί εμποδίζουν, ότι είναι ντροπή να αποκλείονται ουσιαστικά οι μάνες των θυμάτων— αποτύπωσαν τη συναισθηματική έκρηξη που τροφοδοτείται από την αίσθηση προσβολής.

Γιατί το ζήτημα της αίθουσας δεν είναι «δευτερεύον»

Κάποιος θα μπορούσε επιφανειακά να πει ότι όλα αυτά είναι διαδικαστικά επεισόδια, μικρές παρενθέσεις μπροστά στη μεγάλη ουσία της δίκης. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Σε υποθέσεις τέτοιου βεληνεκούς, η διαδικασία είναι κομμάτι της ουσίας. Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η αίθουσα, ο αριθμός των θέσεων, το πού κάθονται οι συγγενείς, το αν βλέπουν, το αν ακούνε, το αν αισθάνονται ότι αντιμετωπίζονται με σεβασμό, όλα αυτά δεν είναι τυπικές λεπτομέρειες. Είναι προϋποθέσεις εμπιστοσύνης.

Και η εμπιστοσύνη, ειδικά στην υπόθεση των Τεμπών, είναι το πιο εύθραυστο στοιχείο. Η ελληνική κοινωνία δεν παρακολουθεί απλώς μια ακόμα πολύκροτη δίκη. Παρακολουθεί μια δοκιμασία για τη Δικαιοσύνη, για το κράτος, για τους θεσμούς, για τη διαφάνεια και για την ικανότητα του συστήματος να σταθεί στο ύψος ενός συλλογικού τραύματος. Όταν λοιπόν δημιουργείται η εντύπωση ότι ακόμη και η χωροταξία της αίθουσας παράγει αποκλεισμούς, το πρόβλημα παύει να είναι πρακτικό και γίνεται βαθιά πολιτικό και θεσμικό.

Η εικόνα από τη δίκη των Τεμπών στη Λάρισα δεν αφήνει περιθώρια για ωραιοποιήσεις. Πρόκειται για μια διαδικασία που κουβαλά τεράστιο βάρος, τεράστια κοινωνική πίεση και μια αδιαπραγμάτευτη απαίτηση: να γίνει η δίκη με τρόπο καθαρό, σοβαρό, ανοιχτό και απολύτως σεβαστικό προς τους ανθρώπους που βίωσαν την ανείπωτη απώλεια. Οι εντάσεις, οι φωνές, οι συγκρούσεις με την έδρα και οι αντιδράσεις για τις θέσεις, τις αποστάσεις και τα μέτρα τάξης δεν είναι τυχαία περιστατικά. Είναι τα συμπτώματα μιας βαθιάς δυσπιστίας που έχει ριζώσει εδώ και καιρό και τώρα εκδηλώνεται ακόμη και στο παραμικρό στοιχείο της ακροαματικής διαδικασίας.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο να κυλήσει η δίκη χωρίς εντάσεις. Είναι να κυλήσει χωρίς καμία σκιά. Να μη μείνει σε κανέναν η αίσθηση ότι η φυσική παρουσία των συγγενών θεωρήθηκε ενοχλητική, ότι η φωνή τους μπήκε στο περιθώριο ή ότι η ανάγκη για δικαστική τάξη υπερίσχυσε του αυτονόητου ανθρώπινου σεβασμού. Σε τόσο μεγάλες υποθέσεις, η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται. Πρέπει και να φαίνεται ότι απονέμεται με όρους αξιοπρέπειας, καθαρότητας και ισοτιμίας.

Η δίκη για τα Τέμπη θα συνεχιστεί, όμως όσα συνέβησαν στη συγκεκριμένη συνεδρίαση άφησαν ένα ισχυρό μήνυμα: όταν η κοινωνία ζητά απαντήσεις για μια εθνική τραγωδία, δεν χωρούν ούτε πρόχειρες λύσεις ούτε διαδικαστικοί αυτοματισμοί που τραυματίζουν ξανά τους ανθρώπους που ήδη έχουν υποστεί το βαρύτερο πλήγμα. Αν αυτή η δίκη θέλει πραγματικά να σταθεί στο ύψος της ιστορίας της, τότε οφείλει να διασφαλίσει όχι μόνο την τυπική νομιμότητα, αλλά και την πλήρη ηθική νομιμοποίηση στα μάτια όσων πενθούν και όσων παρακολουθούν. Γιατί στα Τέμπη η χώρα δεν ζητά απλώς μια απόφαση. Ζητά δικαιοσύνη που να αντέχει στο φως


Discover more from Το Περίπτερο μας

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Recommended For You

About the Author: admin

Discover more from Το Περίπτερο μας

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading