Μια ιδιαίτερα σημαντική νέα δικαστική φάση ανοίγει στην υπόθεση των Τεμπών, καθώς το πολυσέλιδο παραπεμπτικό βούλευμα για τις παρεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν στον χώρο του σιδηροδρομικού δυστυχήματος δεν περιορίζεται απλώς στην καταγραφή τεχνικών εργασιών που έγιναν τις πρώτες ημέρες μετά την τραγωδία. Το κέντρο βάρους του σκεπτικού βρίσκεται στις συνέπειες που φέρεται να είχαν αυτές οι παρεμβάσεις για την ίδια την ποινική έρευνα, για τη διατήρηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων και, τελικά, για τη δυνατότητα των οικογενειών των θυμάτων και των παθόντων να υπερασπιστούν πλήρως τα δικαιώματά τους ενώπιον της Δικαιοσύνης.

Το βούλευμα οδηγεί στο Ειδικό Δικαστήριο τον πρώην υφυπουργό Χρήστο Τριαντόπουλο, ενώ στην υπόθεση περιλαμβάνονται επίσης ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός, ο πρώην γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Βασίλης Παπαγεωργίου, ο τότε αστυνομικός διευθυντής Λάρισας Αγάπιος Χαρακόπουλος και ο αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος Ευάγγελος Φαλάρας.
Η βασική κατηγορία αφορά παράβαση καθήκοντος, με τους δικαστές να κρίνουν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ώστε η υπόθεση να περάσει στο επόμενο στάδιο και να εξεταστεί δικαστικά. Αυτό είναι κρίσιμο: το βούλευμα δεν αποτελεί καταδικαστική απόφαση ούτε προδικάζει την τελική ενοχή οποιουδήποτε κατηγορουμένου. Καταγράφει όμως το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι δικαστές θεωρούν ότι πρέπει πλέον να διερευνηθούν οι πράξεις και οι παραλείψεις ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
Το κρίσιμο διάστημα αμέσως μετά τη σύγκρουση
Στο επίκεντρο της δικαστικής έρευνας βρίσκεται κυρίως το χρονικό διάστημα των πρώτων ημερών μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
Ενώ οι έρευνες για τα αίτια της τραγωδίας βρίσκονταν ακόμη σε εξαιρετικά πρώιμο στάδιο, στον χώρο πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες. Μετακινήθηκαν χώματα και αδρανή υλικά, απομακρύνθηκαν συντρίμμια, διαμορφώθηκαν τμήματα του εδάφους και αργότερα έγιναν εργασίες επίστρωσης.
Σύμφωνα με το δικαστικό σκεπτικό, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν πραγματοποιήθηκαν εργασίες στον χώρο — κάτι που σε μια τόσο μεγάλη επιχείρηση διάσωσης και αποκατάστασης ήταν αναμενόμενο — αλλά εάν οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις ξεπέρασαν όσα ήταν επιχειρησιακά αναγκαία και έγιναν χωρίς την απαιτούμενη έγκριση των δικαστικών αρχών, ενώ ο χώρος εξακολουθούσε να αποτελεί πεδίο συλλογής αποδείξεων.
Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα βασικά σημεία πάνω στα οποία στηρίζεται η παραπομπή.
Τουλάχιστον 300 κυβικά χώματος και υλικών απομακρύνθηκαν από το σημείο
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην απομάκρυνση τουλάχιστον 300 κυβικών μέτρων χώματος και αδρανών υλικών, μαζί με συντρίμμια των αμαξοστοιχιών.
Για τους δικαστές, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή μέσα στα υλικά που μετακινήθηκαν θα μπορούσαν να βρίσκονται αντικείμενα και ίχνη με αποδεικτική αξία: τμήματα των συρμών και των συστημάτων τους, προσωπικά αντικείμενα επιβατών, αλλά ακόμη και βιολογικό υλικό.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το σκεπτικό, η μεταβολή της αρχικής εικόνας του χώρου ήταν ικανή να δυσχεράνει την αναζήτηση, τη συλλογή και τη διατήρηση στοιχείων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην ποινική έρευνα.
Πρόκειται για ένα από τα πιο σοβαρά σημεία του βουλεύματος, επειδή μετατρέπει το θέμα από μια συζήτηση γύρω από απλές χωματουργικές εργασίες σε ζήτημα που αφορά άμεσα την προστασία του τόπου ενός πολύνεκρου συμβάντος ως αποδεικτικού πεδίου.
Η επίστρωση με χαλίκια και τριμμένη πίσσα
Το βούλευμα εξετάζει ξεχωριστά και μια δεύτερη φάση παρεμβάσεων.
Αφού, σύμφωνα με το σκεπτικό, είχαν ήδη ολοκληρωθεί οι απαραίτητες εργασίες για την ασφαλή κίνηση των μηχανημάτων και των γερανών, ακολούθησαν νέες παρεμβάσεις στον χώρο.
Μεταξύ αυτών περιγράφεται η επίστρωση δρόμου με χαλίκια και άλλα αδρανή υλικά καθώς και η κάλυψη τμήματος του εδάφους με τριμμένη πίσσα.
Το Δικαστικό Συμβούλιο αποδίδει στον Κώστα Αγοραστό την εντολή για τις συγκεκριμένες εργασίες, ενώ για τον Χρήστο Τριαντόπουλο αναφέρει ότι δεν προχώρησε σε ενέργεια αποτροπής τους, παρά τη νομική υποχρέωση που — σύμφωνα πάντα με την κρίση του Συμβουλίου — είχε λόγω του ρόλου του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, κατά τους δικαστές, οι δικαστικές αρχές είχαν ήδη επιληφθεί της διερεύνησης της υπόθεσης, γεγονός που σήμαινε ότι οποιαδήποτε νέα παρέμβαση στον χώρο όφειλε να μην επηρεάζει τη συλλογή και τη διατήρηση αποδείξεων.
Το μεγάλο ζήτημα: η «βλάβη στη λειτουργία της Δικαιοσύνης»
Το βούλευμα δεν αντιμετωπίζει τις εργασίες αποκλειστικά ως φυσική αλλοίωση ενός χώρου.
Τις συνδέει με ένα πολύ σοβαρότερο αποτέλεσμα: τη δυνητική βλάβη στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Με απλά λόγια, η συλλογιστική των δικαστών είναι ότι ένας χώρος όπου έχουν χάσει τη ζωή τους δεκάδες άνθρωποι και στον οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη ποινική έρευνα δεν αποτελεί έναν συνηθισμένο χώρο εργασιών.
Είναι ταυτόχρονα και ένας τεράστιος χώρος αποδεικτικών στοιχείων.
Η θέση ενός μεταλλικού τμήματος, ένα υπόλειμμα από βαγόνι, χώμα με χημικά ίχνη, ένα προσωπικό αντικείμενο ή οποιοδήποτε άλλο εύρημα μπορεί, θεωρητικά, να συνδεθεί με κρίσιμα ερωτήματα της έρευνας.
Εάν η αρχική θέση αυτών των στοιχείων μεταβληθεί ή εάν τα ίδια τα αντικείμενα απομακρυνθούν πριν ολοκληρωθεί η κατάλληλη καταγραφή τους, η έρευνα μπορεί να χάσει δεδομένα τα οποία δεν είναι πάντοτε δυνατόν να ανακτηθούν εκ των υστέρων.
Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα που αναδεικνύεται μέσα από το βούλευμα.
Δεν αφορά μόνο το κράτος – αφορά και τους συγγενείς των θυμάτων
Ίσως το πιο καθοριστικό σημείο του σκεπτικού είναι η αναφορά ότι από τις επίμαχες ενέργειες δεν προέκυψε μόνο πιθανή βλάβη για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και, κατ’ επέκταση, για το κράτος.
Οι δικαστές αναφέρονται ρητά και σε βλάβη των παθόντων και των οικογενειών των θυμάτων.
Ο λόγος είναι συγκεκριμένος.
Εάν ένα κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο χαθεί ή καταστεί μη αξιοποιήσιμο, δεν δυσχεραίνεται μόνο το έργο των ανακριτικών αρχών. Περιορίζεται και η δυνατότητα ενός συγγενή θύματος ή ενός τραυματία να χρησιμοποιήσει αυτό το στοιχείο προκειμένου να στηρίξει τις αξιώσεις και τους ισχυρισμούς του ενώπιον ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων.
Με αυτή την έννοια, η διατήρηση των αποδείξεων δεν είναι μια αφηρημένη διαδικαστική υποχρέωση του κράτους.
Συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα των οικογενειών να μάθουν τι ακριβώς συνέβη, να αναζητήσουν ευθύνες και να ασκήσουν όλα τα νόμιμα δικαιώματά τους.
Και ακριβώς γι’ αυτό η σχετική αναφορά του βουλεύματος αποκτά ιδιαίτερη νομική βαρύτητα.
Το έννομο συμφέρον των οικογενειών αποκτά ιδιαίτερη σημασία
Η διαπίστωση περί βλάβης των παθόντων ενδέχεται να αποκτήσει πρακτική σημασία και κατά τη διεξαγωγή της δίκης.
Οι οικογένειες των θυμάτων επιδιώκουν να έχουν ενεργό παρουσία στη δικαστική διαδικασία μέσω παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Η αναφορά του βουλεύματος ότι η απώλεια κρίσιμου αποδεικτικού υλικού προκάλεσε βλάβη στους ίδιους τους παθόντες μπορεί να αποτελέσει σημαντικό στοιχείο στη νομική συζήτηση γύρω από το έννομο συμφέρον τους να συμμετέχουν με αυτόν τον τρόπο στη διαδικασία.
Με άλλα λόγια, το δικαστικό σκεπτικό δεν βλέπει τις οικογένειες απλώς ως τρίτους που παρακολουθούν τη διερεύνηση μιας κρατικής υπόθεσης.
Τις αντιμετωπίζει ως πρόσωπα των οποίων τα συγκεκριμένα δικαιώματα μπορούσαν να επηρεαστούν από την απώλεια ή αλλοίωση αποδεικτικού υλικού.
Πέντε πρόσωπα στο επίκεντρο
Το βούλευμα εξετάζει τον ρόλο πέντε προσώπων με διαφορετικές υπηρεσιακές αρμοδιότητες.
- Ο Χρήστος Τριαντόπουλος είχε, κατά το σκεπτικό, ρόλο παρακολούθησης και συντονισμού ενεργειών των συναρμόδιων φορέων.
- Ο Κώστας Αγοραστός είχε την ιδιότητα του περιφερειάρχη Θεσσαλίας και συνδεόταν με τη διάθεση και τη χρήση μηχανημάτων της Περιφέρειας.
- Ο Βασίλης Παπαγεωργίου συμμετείχε λόγω της θέσης του στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.
- Ο Αγάπιος Χαρακόπουλος είχε, ως επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, αρμοδιότητες που αφορούσαν μεταξύ άλλων και την προστασία του χώρου, ώστε να διατηρούνται τα ευρήματα διαθέσιμα για τις ανακριτικές αρχές.
- Ο Ευάγγελος Φαλάρας είχε τον επιχειρησιακό ρόλο του Πυροσβεστικού Σώματος και συνδέεται στο βούλευμα με την εντολή απομάκρυνσης μεγάλου όγκου υλικών.
Για τους δικαστές προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για παράβαση καθήκοντος, ώστε οι καταγγελλόμενες ενέργειες και παραλείψεις να κριθούν πλέον στη δικαστική διαδικασία.
«Ενέργειες» αλλά και «παραλείψεις»
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι το δικαστικό σκεπτικό δεν εξετάζει μόνο ποιος φέρεται να έδωσε μια συγκεκριμένη εντολή.
Εξετάζει και ποιος, λόγω της θέσης και των αρμοδιοτήτων του, είχε υποχρέωση να εμποδίσει μια ενέργεια και δεν το έκανε.
Αυτό αποτελεί κεντρικό σημείο στην υπόθεση.
Στο δημόσιο δίκαιο και στο ποινικό δίκαιο η ευθύνη ενός κρατικού λειτουργού δεν συνδέεται πάντοτε μόνο με κάτι που έκανε ο ίδιος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνδεθεί και με παράλειψη ενέργειας την οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να πραγματοποιήσει.
Γι’ αυτό στο βούλευμα οι ρόλοι των κατηγορουμένων αξιολογούνται ξεχωριστά, ανάλογα με τις αρμοδιότητες που είχαν στον τόπο του δυστυχήματος.
Η αρχική έρευνα δεν είχε ολοκληρωθεί
Κρίσιμο στοιχείο είναι ακόμη ο χρόνος στον οποίο έγιναν οι παρεμβάσεις.
Δεν πραγματοποιήθηκαν μήνες μετά την τραγωδία ούτε αφού είχε ολοκληρωθεί η συλλογή στοιχείων.
Έγιναν τις πρώτες ημέρες μετά τη σύγκρουση, όταν οι αρμόδιες αρχές εξακολουθούσαν να προσπαθούν να κατανοήσουν τι είχε συμβεί, να συλλέξουν ευρήματα, να ταυτοποιήσουν στοιχεία και να ανασυνθέσουν την αλληλουχία των γεγονότων.
Ακριβώς γι’ αυτό, σύμφωνα με τη δικαστική προσέγγιση, οποιαδήποτε εκτεταμένη μεταβολή του πεδίου μπορούσε να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία από όση θα είχε σε μεταγενέστερο χρόνο.
Το δικαστήριο θα έχει τον τελευταίο λόγο
Παρά το βάρος του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει μία θεμελιώδης αρχή που δεν πρέπει να παραβλέπεται.
Η παραπομπή σε δίκη δεν ισοδυναμεί με καταδίκη.
Οι κατηγορούμενοι έχουν το δικαίωμα να αναπτύξουν ενώπιον του δικαστηρίου τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους, να αντικρούσουν τα στοιχεία της κατηγορίας και να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή για τα γεγονότα.
Το βούλευμα κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ώστε η υπόθεση να εξεταστεί δικαστικά. Η τελική κρίση για την ποινική ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στο δικαστήριο.
Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα σε μια υπόθεση με τεράστιο κοινωνικό, πολιτικό και συναισθηματικό βάρος.
Στα Τέμπη πλέον δεν ερευνάται μόνο τι συνέβη τη νύχτα της σύγκρουσης – ερευνάται και τι συνέβη τις ημέρες που ακολούθησαν
Η τραγωδία των Τεμπών δεν περιορίστηκε ποτέ στη φρικτή στιγμή της σύγκρουσης των δύο τρένων. Με την πάροδο του χρόνου, η δικαστική έρευνα άνοιξε διαδοχικά κεφάλαια που αφορούν την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου, τις ανθρώπινες ενέργειες και παραλείψεις, τις διοικητικές ευθύνες, τη λειτουργία των μηχανισμών ασφαλείας και τώρα, με ιδιαίτερη ένταση, τη διαχείριση του ίδιου του τόπου της τραγωδίας μετά το δυστύχημα.
Το παραπεμπτικό βούλευμα προσθέτει μια κρίσιμη διάσταση: ένας τόπος πολύνεκρου δυστυχήματος δεν είναι απλώς ένας χώρος που πρέπει να καθαριστεί και να αποκατασταθεί. Είναι για όσο διάστημα απαιτεί η έρευνα ένα τεράστιο αποδεικτικό πεδίο, κάθε εκατοστό του οποίου μπορεί να περιέχει πληροφορίες απαραίτητες για την αποκάλυψη της αλήθειας.
Η απομάκρυνση εκατοντάδων κυβικών μέτρων χώματος και υλικών, η μετακίνηση συντριμμιών και η μεταγενέστερη επίστρωση τμημάτων του χώρου με χαλίκι και πίσσα εξετάζονται πλέον όχι μόνο ως τεχνικές παρεμβάσεις, αλλά μέσα από το πρίσμα της επίδρασής τους στην έρευνα.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάσταση του βουλεύματος: η πιθανή απώλεια αποδεικτικού υλικού δεν αφορά μόνο έναν ανακριτικό φάκελο. Αφορά τη δυνατότητα της ίδιας της Δικαιοσύνης να φτάσει όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην πραγματική αλήθεια και, ταυτόχρονα, το δικαίωμα των οικογενειών των 57 ανθρώπων που χάθηκαν και των τραυματιών να γνωρίζουν τι συνέβη, γιατί συνέβη και ποιος φέρει την ευθύνη που τελικά θα αποδειχθεί δικαστικά.
Γι’ αυτό και η επόμενη δικαστική φάση έχει εξαιρετική σημασία. Εκεί δεν θα αρκούν πλέον οι δημόσιες δηλώσεις, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις ή οι διαφορετικές ερμηνείες των γεγονότων. Οι κατηγορίες, οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί, τα έγγραφα, οι μαρτυρίες και τα πραγματικά περιστατικά θα πρέπει να δοκιμαστούν μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Το βούλευμα δεν γράφει το τέλος της υπόθεσης. Ανοίγει όμως ένα νέο, ιδιαίτερα κρίσιμο κεφάλαιο: την εξέταση του κατά πόσο οι ενέργειες που έγιναν μετά την τραγωδία επηρέασαν εκείνο που από την πρώτη ημέρα αποτελεί το κεντρικό αίτημα των συγγενών και ολόκληρης της κοινωνίας — την πλήρη διερεύνηση των γεγονότων και την απόδοση των ευθυνών εκεί όπου αυτές αποδειχθούν.
Discover more from Το Περίπτερο μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.