Η πίεση που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά από τις διαρκείς ανατιμήσεις στα βασικά είδη διατροφής έχει επαναφέρει στο προσκήνιο ένα μέτρο που είχε συνδεθεί με την προηγούμενη φάση της ακρίβειας: το Market Pass. Σύμφωνα με το δημοσίευμα του in.gr της 19ης Μαρτίου 2026, στο κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο εξετάζεται σοβαρά η επανενεργοποίησή του, καθώς αναζητείται ένας τρόπος άμεσης αλλά και πολιτικά και δημοσιονομικά διαχειρίσιμης παρέμβασης για την ανακούφιση των πολιτών. Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει ότι οι σχετικές ανακοινώσεις αναμένονται μέσα στις επόμενες ημέρες, αφού αποσαφηνιστεί περισσότερο το ευρύτερο οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η συζήτηση αυτή δεν γίνεται τυχαία. Οι τιμές των τροφίμων συνεχίζουν να ανεβαίνουν με ρυθμούς που για τον μέσο πολίτη μεταφράζονται σε πολύ πιο ακριβό καθημερινό καλάθι. Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Φεβρουάριο 2026 δείχνουν ετήσια αύξηση 5,2% στην ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά», με πολύ μεγάλες επιβαρύνσεις σε προϊόντα όπως το μοσχάρι, τα φρούτα, ο καφές, οι σοκολάτες και το αρνί ή κατσίκι. Το ρεπορτάζ του in.gr συνδέει ευθέως αυτή την ήδη δύσκολη εικόνα με τον φόβο νέου γύρου ανατιμήσεων, ειδικά αν η ενεργειακή αστάθεια επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και λιανικής.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση φαίνεται να κινείται ανάμεσα σε δύο ανάγκες. Από τη μία, να δείξει ότι αντιλαμβάνεται τη φθορά της αγοραστικής δύναμης και να προσφέρει μια στοχευμένη ανάσα στα νοικοκυριά. Από την άλλη, να βρει τη «χρυσή τομή» ως προς το εύρος, το κόστος και τους δικαιούχους ενός νέου Market Pass, ώστε το μέτρο να είναι αποτελεσματικό χωρίς να προκαλέσει νέα δημοσιονομική πίεση. Αυτή ακριβώς η ισορροπία είναι το κεντρικό νόημα του άρθρου: δεν πρόκειται απλώς για μια συζήτηση περί επιδόματος, αλλά για μια δύσκολη πολιτική και οικονομική εξίσωση που τώρα επιστρέφει στο προσκήνιο.
Η ακρίβεια επιστρέφει ως κεντρικό πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα
Το βασικό μήνυμα του άρθρου είναι ότι η ακρίβεια όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει ουσιαστικά, αλλά αποκτά ξανά χαρακτηριστικά επείγουσας κρίσης. Παρά το γεγονός ότι ο συνολικός πληθωρισμός παραμένει χαμηλότερος από τα ακραία επίπεδα προηγούμενων ετών, η πραγματική πίεση στα νοικοκυριά αποτυπώνεται πολύ πιο έντονα στις τιμές των τροφίμων. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος: όταν ακριβαίνουν βασικά αγαθά καθημερινής κατανάλωσης, το βάρος δεν είναι θεωρητικό ούτε στατιστικό. Είναι άμεσο, επαναλαμβανόμενο και εξαντλητικό.
Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει για τον Φεβρουάριο 2026 πολύ υψηλές ετήσιες αυξήσεις σε βασικά προϊόντα: το μοσχάρι αυξήθηκε κατά 25,6%, οι σοκολάτες και τα προϊόντα σοκολάτας κατά 16,7%, ο καφές κατά 15%, τα φρούτα κατά 13,5%, ενώ αρνί και κατσίκι αυξήθηκαν κατά 12,1%. Αυτά τα στοιχεία φωτίζουν γιατί το θέμα του Market Pass επανέρχεται με τόση ένταση. Δεν μιλάμε για μια αφηρημένη ανησυχία γύρω από τον πληθωρισμό, αλλά για πρακτική δυσκολία του καταναλωτή να γεμίσει το καλάθι του σούπερ μάρκετ με τον ίδιο προϋπολογισμό που είχε πριν από λίγους μήνες.
Το άρθρο υπογραμμίζει επίσης ότι η νέα συζήτηση για στήριξη δεν γίνεται σε «καθαρό έδαφος». Η σημερινή ακρίβεια έρχεται να προστεθεί στη συσσωρευμένη επιβάρυνση της τελευταίας πενταετίας. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν οι αυξήσεις σε ορισμένα αγαθά φαίνονται αριθμητικά περιορισμένες σε σχέση με το παρελθόν, για πολλά νοικοκυριά η αντοχή έχει ήδη εξαντληθεί. Η καθημερινή οικονομία δεν μετρά μόνο την ετήσια μεταβολή, αλλά και το σύνολο των αλλεπάλληλων επιβαρύνσεων που έχουν προηγηθεί.
Γιατί επανέρχεται το Market Pass
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει την επαναφορά του μέτρου επειδή αν συνεχιστεί ή ενταθεί η πίεση στις τιμές, κυρίως λόγω ενέργειας, οι επιπτώσεις θα περάσουν γρήγορα και ξανά στα ράφια. Η λογική είναι απλή: ακριβότερη ενέργεια σημαίνει ακριβότερη παραγωγή, ακριβότερες μεταφορές, ακριβότερη συντήρηση και τελικά ακριβότερα προϊόντα για τον καταναλωτή. Επομένως, το Market Pass αντιμετωπίζεται ως εργαλείο άμεσης αντιστάθμισης ενός μέρους αυτής της επιβάρυνσης.
Το άρθρο θυμίζει ότι το μέτρο είχε ήδη εφαρμοστεί το 2023, όταν περισσότερα από 2,3 εκατομμύρια νοικοκυριά υπέβαλαν αιτήσεις μέσω gov.gr για ενίσχυση στις αγορές τους. Τότε η ενίσχυση αντιστοιχούσε στο 10% ενός προκαθορισμένου ύψους μηνιαίων αγορών, με ποσά που κυμαίνονταν περίπου από 22 έως 100 ευρώ, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού και τα προβλεπόμενα όρια δαπανών. Αφορούσε αγορές από σούπερ μάρκετ, λαϊκές αγορές, φούρνους, κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία και άλλα καταστήματα βασικών ειδών διατροφής.
Εκείνο που έχει τώρα σημασία, όμως, δεν είναι απλώς η επιστροφή του ίδιου σχήματος, αλλά το αν μπορεί να επανέλθει με νέους όρους. Το ίδιο ρεπορτάζ επισημαίνει ότι, με τα σημερινά δεδομένα, τόσο η επιδότηση όσο και η περίμετρος των δικαιούχων θα έπρεπε να διευρυνθούν. Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο της όλης συζήτησης: η ακρίβεια του 2026 δεν είναι ίδια με εκείνη του 2023, διότι στη σημερινή συγκυρία οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί έχουν ήδη απορροφήσει αλλεπάλληλα χτυπήματα. Άρα, μια απλή αναπαραγωγή του παλιού μοντέλου ίσως να μην αρκεί.
Πώς λειτουργούσε το προηγούμενο μοντέλο
Το προηγούμενο Market Pass είχε χτιστεί πάνω σε συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο, δικαιούχοι ήταν άγαμοι με εισόδημα έως 16.000 ευρώ και έγγαμα ζευγάρια με εισόδημα έως 24.000 ευρώ, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε ανήλικο παιδί. Παράλληλα υπήρχαν και όρια ακίνητης περιουσίας: έως 250.000 ευρώ για άγαμους, σε χηρεία ή εν διαστάσει, και έως 400.000 ευρώ για έγγαμους, μέρη συμφώνου συμβίωσης και μονογονεϊκές οικογένειες.
Αυτά τα κριτήρια δείχνουν ότι το μέτρο ήταν σχεδιασμένο ως σχετικά στοχευμένη ενίσχυση και όχι ως οριζόντια παροχή προς όλους. Όμως σήμερα το ερώτημα είναι αν αυτή η στόχευση επαρκεί, δεδομένου ότι η ακρίβεια δεν πιέζει μόνο τα πιο χαμηλά εισοδήματα, αλλά και τα μεσαία στρώματα που συχνά αποκλείονται από μέτρα στήριξης, παρότι δυσκολεύονται αισθητά να καλύψουν τις μηνιαίες ανάγκες τους. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το «σταυροδρόμι» για την κυβέρνηση: να αποφασίσει αν θα κρατήσει ένα στενά στοχευμένο μοντέλο ή αν θα απλώσει περισσότερο το δίχτυ των δικαιούχων, αυξάνοντας όμως αναπόφευκτα και το δημοσιονομικό κόστος.
Το προηγούμενο σχήμα στηριζόταν επίσης σε ανώτατα όρια αγορών που επιδοτούνταν, ξεκινώντας από 220 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και φτάνοντας έως 1.000 ευρώ για μεγαλύτερες οικογένειες με παιδιά. Η ενίσχυση αφορούσε το 10% αυτών των ποσών. Με τα σημερινά επίπεδα τιμών, όμως, είναι εύλογο να τεθεί το ερώτημα αν αυτά τα όρια αντανακλούν πλέον το πραγματικό κόστος διαβίωσης. Ακόμη κι αν επανέλθει το μέτρο, η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί από το αν τα νέα πλαφόν και τα ποσά θα ανταποκρίνονται στη σημερινή αγορά και όχι στα δεδομένα μιας προηγούμενης φάσης.
Η «χρυσή τομή» που αναζητεί η κυβέρνηση
Ο τίτλος του άρθρου δεν είναι τυχαίος. Η «χρυσή τομή» παραπέμπει στην προσπάθεια να συνδυαστούν τρία πράγματα που δύσκολα συμβιβάζονται πλήρως μεταξύ τους: η κοινωνική ανακούφιση, η πολιτική αποτελεσματικότητα και η δημοσιονομική πειθαρχία. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι ένα νέο Market Pass θα είχε ισχυρό συμβολικό και πρακτικό αποτύπωμα, γιατί θα έστελνε μήνυμα παρέμβασης απέναντι στην ακρίβεια. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να σταθμίσει το κόστος, τη διάρκεια και το κατά πόσο ένα τέτοιο μέτρο λύνει ή απλώς αναβάλλει το πρόβλημα.
Υπάρχει επίσης ένα ακόμη ζήτημα: οι έκτακτες ενισχύσεις λειτουργούν ως προσωρινό «μαξιλάρι», αλλά δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες των ανατιμήσεων. Αν η πίεση στις τιμές παραταθεί, τότε ακόμη και μια νέα επιδότηση μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής ή να απορροφηθεί γρήγορα από την αγορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μέτρο δεν είναι χρήσιμο. Σημαίνει όμως ότι, για να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα, πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη πολιτική αντιμετώπισης της ακρίβειας και όχι να παρουσιαστεί ως οριστική απάντηση. Η παρατήρηση αυτή αποτελεί λογική ερμηνεία του πλαισίου που περιγράφει το ρεπορτάζ.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν καλείται μόνο να αποφασίσει αν θα επαναφέρει το Market Pass, αλλά και τι ακριβώς θέλει να πετύχει με αυτό. Αν ο στόχος είναι μια γρήγορη οικονομική ανάσα, τότε ένα προσωρινό σχήμα μπορεί να έχει νόημα. Αν όμως ο στόχος είναι ουσιαστική αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης, τότε η πρόκληση είναι μεγαλύτερη και απαιτεί πιο σύνθετες παρεμβάσεις. Το άρθρο αφήνει να εννοηθεί ότι οι επόμενες ημέρες θα είναι κρίσιμες ως προς αυτή την τελική κατεύθυνση.
Τι σημαίνει αυτό για τα νοικοκυριά
Για τον απλό πολίτη, το ερώτημα δεν είναι τεχνικό ούτε λογιστικό. Είναι απολύτως πρακτικό: θα υπάρξει ή όχι κάποια στήριξη ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση στο σούπερ μάρκετ; Το άρθρο ουσιαστικά περιγράφει μια περίοδο αναμονής, στην οποία η κυβέρνηση μελετά τις εξελίξεις και τις δημοσιονομικές δυνατότητες πριν ανακοινώσει την τελική της επιλογή. Μέχρι τότε, το μόνο βέβαιο είναι ότι η πίεση στις τιμές των βασικών αγαθών παραμένει ισχυρή και ότι η κοινωνική ανοχή απέναντι στην ακρίβεια μειώνεται.
Αν τελικά το Market Pass επανέλθει, θα αποτελέσει μια παραδοχή ότι το διαθέσιμο εισόδημα μεγάλου μέρους της κοινωνίας δεν αρκεί πλέον για να απορροφήσει τις αυξήσεις στα τρόφιμα. Αν πάλι δεν επανέλθει ή αν εμφανιστεί σε πιο περιορισμένη μορφή, τότε η κυβέρνηση θα πρέπει να εξηγήσει πώς σκοπεύει να καλύψει το κενό προστασίας που διαμορφώνεται. Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο φωτίζει μια πραγματικότητα που οι πολίτες βιώνουν ήδη: η ακρίβεια δεν είναι απλώς μια ένδειξη σε οικονομικό πίνακα, αλλά η πιο απτή δοκιμασία της καθημερινής επιβίωσης.
Το ζήτημα του Market Pass επιστρέφει σε μια στιγμή που η κοινωνία δεν ακούει πια εύκολα γενικές διαβεβαιώσεις. Αυτό που ζητείται δεν είναι επικοινωνιακή διαχείριση της ακρίβειας, αλλά πραγματική ανακούφιση. Το άρθρο του in.gr αποτυπώνει ακριβώς αυτή την πίεση: μια κυβέρνηση που βλέπει το κύμα ανατιμήσεων να επιμένει, μια αγορά που συνεχίζει να επιβαρύνει τον καταναλωτή και νοικοκυριά που δεν έχουν πολλά περιθώρια να αντέξουν νέα επιδείνωση.
Η επανενεργοποίηση του Market Pass, εφόσον τελικά αποφασιστεί, δεν θα είναι απλώς η επιστροφή ενός γνωστού μέτρου. Θα είναι μια έμμεση ομολογία ότι η μάχη με την ακρίβεια δεν έχει κερδηθεί και ότι οι συνθήκες απαιτούν νέα κρατική παρέμβαση. Το ουσιαστικό ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν θα δοθεί ξανά αυτή η ενίσχυση, αλλά αν θα δοθεί με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες και όχι στα δεδομένα του χθες.
Τελικά, η «χρυσή τομή» που αναζητείται δεν αφορά μόνο τα κυβερνητικά επιτελεία. Αφορά την ίδια την ισορροπία της κοινωνίας ανάμεσα στο αυξανόμενο κόστος ζωής και στην ανάγκη να διατηρηθεί στοιχειωδώς βιώσιμη η καθημερινότητα. Και αυτή η ισορροπία, όσο καθυστερούν οι οριστικές λύσεις, γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη.
Discover more from Το Περίπτερο μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.