Μέσα σε λίγα λεπτά, μια τεράστια μάζα πάγου, βράχων, νερού και λάσπης κατέβηκε από τα Ιμαλάια με ασύλληπτη ταχύτητα, εισέβαλε σε κοιλάδες, κατάπιε οικισμούς, παρέσυρε ανθρώπους, οχήματα, γέφυρες και κτίρια και μετέτρεψε ποτάμια σε ασταμάτητους χειμάρρους θανάτου. Η τραγωδία που έπληξε το Νεπάλ στις 26 Αυγούστου 2026, κοντά στα σύνορα με το Θιβέτ, δεν ήταν μια συνηθισμένη πλημμύρα και δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως ακόμη μία θεομηνία της εποχής των μουσώνων. Ήταν μια αλυσιδωτή γεωλογική και υδρολογική καταστροφή, η οποία ξεκίνησε ψηλά στα βουνά και εξαπλώθηκε σε τεράστια απόσταση, χωρίς να αφήσει ουσιαστικό χρόνο προειδοποίησης ή διαφυγής.

Μέχρι τις 28 Αυγούστου, οι νεκροί στο Νεπάλ είχαν ξεπεράσει τους 540, ενώ περίπου 1.000 άνθρωποι εξακολουθούσαν να αγνοούνται στη χώρα. Στην πλευρά του Θιβέτ είχαν επιβεβαιωθεί επιπλέον θάνατοι και εκατοντάδες αγνοούμενοι. Οι διαφορετικές υπηρεσίες ανακοίνωναν ελαφρώς διαφορετικούς αριθμούς, καθώς νέες σοροί εντοπίζονταν, απομονωμένες κοινότητες αποκτούσαν ξανά επικοινωνία και ορισμένοι αγνοούμενοι καταγράφονταν τελικά ως διασωθέντες. Περισσότεροι από 3.700 άνθρωποι είχαν διασωθεί στο Νεπάλ, αλλά η επιχείρηση αναζήτησης συνεχιζόταν μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες.
Πίσω όμως από τους αριθμούς υπάρχουν οικογένειες που περιμένουν ένα τηλεφώνημα, γονείς που αναζητούν παιδιά, παιδιά που έχασαν τους γονείς τους, χωριά που εξαφανίστηκαν από τον χάρτη και άνθρωποι που επέζησαν, αλλά δεν έχουν πλέον σπίτι, εργασία ή πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Η πραγματική έκταση της τραγωδίας δεν μετριέται μόνο στους νεκρούς. Μετριέται και σε όλες τις ζωές που, ακόμη και αν σώθηκαν, δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδιες.
Η στιγμή που το βουνό κατέρρευσε
Η καταστροφή φαίνεται ότι ξεκίνησε όταν κατέρρευσε το χαμηλότερο τμήμα παγετώνα κοντά στην κορυφή Langtang Lirung, σε μια από τις πιο απόκρημνες περιοχές των Ιμαλαΐων. Μαζί με τον πάγο αποκολλήθηκαν τεράστιοι όγκοι βράχων και χώματος. Η μάζα έπεσε εκατοντάδες μέτρα προς την κοιλάδα, μετατράπηκε σε χιονοστιβάδα πάγου και πετρωμάτων και στη συνέχεια εισήλθε στην κοίτη του ποταμού Lhende Khola.
Από εκεί άρχισε η θανατηφόρα αλυσιδωτή αντίδραση. Ο πάγος, τα πετρώματα, η λάσπη και το νερό δημιούργησαν μια τεράστια ροή φερτών υλικών, η οποία κινήθηκε σε ορισμένα σημεία με ταχύτητα που εκτιμήθηκε περίπου στα 50 μέτρα το δευτερόλεπτο, δηλαδή σχεδόν 180 χιλιόμετρα την ώρα. Η καταστροφική μάζα ταξίδεψε για περισσότερα από είκοσι χιλιόμετρα στην αρχική της πορεία και συνέχισε να επηρεάζει το υδρογραφικό δίκτυο σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση. Ποτάμια υπερχείλισαν, άλλαξαν κοίτη και μετέφεραν τη λάσπη και τα συντρίμμια δεκάδες χιλιόμετρα χαμηλότερα.
Αρχικά, το σεισμικό σήμα που καταγράφηκε δημιούργησε την εντύπωση ότι είχε προηγηθεί ισχυρός σεισμός. Οι μεταγενέστερες επιστημονικές αναλύσεις όμως έδειξαν ότι η ίδια η κατάρρευση της τεράστιας μάζας πάγου και βράχων ήταν αυτή που παρήγαγε ενέργεια αντίστοιχη με σεισμικό γεγονός. Με άλλα λόγια, δεν ήταν απαραίτητα ένας σεισμός που προκάλεσε την καταστροφή· η ίδια η κατάρρευση του βουνού καταγράφηκε σαν σεισμός.
Ένα τείχος λάσπης χωρίς προειδοποίηση
Οι μαρτυρίες των επιζώντων περιγράφουν ένα σκοτεινό, σχεδόν μαύρο τείχος από νερό και λάσπη να εμφανίζεται ξαφνικά στην κοιλάδα. Μέχρι να αντιληφθούν οι κάτοικοι τι συνέβαινε, η ροή είχε ήδη φτάσει στα σπίτια τους. Άνθρωποι προσπάθησαν να ανέβουν σε στέγες, να κρατηθούν από δέντρα ή να τρέξουν προς υψηλότερα σημεία. Πολλοί δεν πρόλαβαν.
Η στάθμη του ποταμού Trishuli ανέβηκε σε ορισμένες περιοχές έως και εννέα μέτρα μέσα σε περίπου μισή ώρα. Η τεράστια δύναμη του νερού δεν παρέσυρε μόνο μικρά σπίτια. Κατέστρεψε πολυώροφα κτίρια, γέφυρες, οδικούς άξονες, υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις, δίκτυα ηλεκτροδότησης και τηλεπικοινωνιών. Τμήματα δρόμων μήκους δεκάδων χιλιομέτρων εξαφανίστηκαν, ενώ ολόκληρες κοινότητες αποκόπηκαν από την υπόλοιπη χώρα.
Ιδιαίτερα σοβαρές καταστροφές καταγράφηκαν στις περιφέρειες Rasuwa, Nuwakot και Dhading, βόρεια και βορειοδυτικά του Κατμαντού. Η συνοριακή περιοχή του Rasuwagadhi–Gyirong, σημαντική τόσο για το εμπόριο όσο και για τη μετακίνηση ταξιδιωτών και προσκυνητών, υπέστη συντριπτικό πλήγμα. Οικισμοί όπως το Syabrubesi βρέθηκαν στην άμεση διαδρομή της καταστροφικής ροής, με δρόμους, κτίρια και δημόσιες εγκαταστάσεις να θάβονται κάτω από παχύ στρώμα λάσπης.
Οι εκατοντάδες αγνοούμενοι και η αγωνία των οικογενειών
Ένα από τα πιο δραματικά στοιχεία της τραγωδίας είναι ο τεράστιος αριθμός των αγνοουμένων. Ανάμεσά τους βρίσκονται κάτοικοι των πληγέντων χωριών, εργαζόμενοι σε υδροηλεκτρικά έργα, αστυνομικοί, στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, οδηγοί, ταξιδιώτες και προσκυνητές.
Η περιοχή αποτελεί πέρασμα για ανθρώπους που κατευθύνονται προς το Όρος Καϊλάς και τη λίμνη Μανασαρόβαρ, τόπους με μεγάλη θρησκευτική σημασία για τον Ινδουισμό, τον Βουδισμό, τον Τζαϊνισμό και τη θρησκεία Μπον. Εκατοντάδες αλλοδαποί από περισσότερες από τριάντα χώρες βρέθηκαν στην πληγείσα ζώνη ή έχασαν την επικοινωνία με τις οικογένειες και τις διπλωματικές τους αρχές. Ανάμεσα στους αγνοουμένους αναφέρθηκαν πολίτες της Ινδίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας, της Αυστραλίας, του Καναδά, της Μαλαισίας, της Ουκρανίας, της Γερμανίας, της Νότιας Κορέας και πολλών ακόμη χωρών.
Η παρουσία τόσων ξένων υπηκόων μετέτρεψε μια εθνική καταστροφή σε διεθνή ανθρωπιστική κρίση. Πρεσβείες και προξενικές αρχές προσπαθούν να διασταυρώσουν καταλόγους επιβατών, κρατήσεις ξενοδοχείων, τουριστικές άδειες και στοιχεία από ταξιδιωτικά γραφεία. Η διαδικασία είναι ιδιαίτερα δύσκολη, επειδή πολλά δίκτυα κινητής τηλεφωνίας και ηλεκτροδότησης έχουν καταρρεύσει, ενώ ορισμένοι από τους διασωθέντες δεν έχουν ακόμη καταφέρει να επικοινωνήσουν με τις οικογένειές τους.
Μια επιχείρηση διάσωσης απέναντι στον χρόνο και στο ίδιο το βουνό
Χιλιάδες στρατιωτικοί, αστυνομικοί, διασώστες και εθελοντές κινητοποιήθηκαν σε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης που έχει πραγματοποιήσει το Νεπάλ. Ελικόπτερα απομακρύνουν τραυματίες και εγκλωβισμένους, ενώ επίγειες ομάδες αναζητούν σημάδια ζωής μέσα σε λάσπη, κατεστραμμένα κτίρια και τεράστιους σωρούς φερτών υλικών.
Το έργο τους είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Πολλοί δρόμοι δεν υπάρχουν πλέον, γέφυρες έχουν καταρρεύσει και η πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές είναι δυνατή μόνο από αέρος. Η λάσπη έχει μεγάλο βάθος και μπορεί να κρύβει κενά, οχήματα, καλώδια ηλεκτροδότησης και ασταθή ερείπια. Οι συνεχιζόμενες βροχές, η πιθανότητα νέων κατολισθήσεων και η αστάθεια των πλαγιών απειλούν διαρκώς τους διασώστες.
Την ίδια στιγμή, η κατάρρευση δημιούργησε προσωρινές λίμνες πίσω από φράγματα πάγου, βράχων και λάσπης. Αν ένα τέτοιο φυσικό φράγμα υποχωρήσει απότομα, μπορεί να απελευθερώσει νέο κύμα νερού προς τις ήδη κατεστραμμένες περιοχές. Οι επιχειρήσεις διάσωσης χρειάστηκε να διακοπούν προσωρινά σε ορισμένα σημεία όταν αυξήθηκε ο φόβος νέας πλημμύρας. Παρότι η στάθμη σε μία από τις επικίνδυνες λίμνες εμφάνισε στη συνέχεια σημάδια σταθεροποίησης, ο κίνδυνος δεν έχει εξαλειφθεί.
Τα παιδιά στη δίνη της καταστροφής
Η τραγωδία έχει ιδιαίτερα σκληρές συνέπειες για τα παιδιά. Σύμφωνα με τη UNICEF, τουλάχιστον 17.000 παιδιά χρειάζονται επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια. Σπίτια, σχολικές αίθουσες και μονάδες υγείας καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές, ενώ πολλά παιδιά χωρίστηκαν από τις οικογένειές τους μέσα στον πανικό της εκκένωσης.
Οι κίνδυνοι δεν σταματούν όταν απομακρύνονται τα νερά. Η έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού και αποχέτευσης αυξάνει τον κίνδυνο μολυσματικών ασθενειών. Η διακοπή της πρόσβασης σε τρόφιμα και φάρμακα απειλεί ιδιαίτερα τα βρέφη, τις εγκύους και τα παιδιά που ήδη αντιμετώπιζαν υποσιτισμό. Παράλληλα, όσα παιδιά είδαν ανθρώπους να χάνονται, σπίτια να παρασύρονται και ολόκληρες κοινότητες να καταστρέφονται θα χρειαστούν μακροχρόνια ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη.
Η UNICEF έχει κινητοποιήσει σκηνές περίθαλψης, είδη υγιεινής, κουνουπιέρες, εξοπλισμό για νεογέννητα, θεραπευτική τροφή και ομάδες ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Παράλληλα, πραγματοποιείται προσπάθεια καταγραφής και επανένωσης των παιδιών που χωρίστηκαν από τους γονείς ή τους κηδεμόνες τους. Για την επείγουσα ανταπόκριση και την πρώτη φάση αποκατάστασης ζητήθηκε διεθνής χρηματοδότηση 17,2 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η ανθρωπιστική κρίση μετά την πρώτη καταστροφή
Η πρώτη μάχη είναι η διάσωση των εγκλωβισμένων. Η δεύτερη, μεγαλύτερη και μακροχρόνια μάχη είναι η επιβίωση των πληγέντων. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι χρειάζονται καταφύγιο, τρόφιμα, καθαρό νερό, φάρμακα, ρουχισμό και πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη. Ο Ερυθρός Σταυρός εκτιμά ότι περίπου 93.000 άνθρωποι βρίσκονται σε άμεση ανάγκη βοήθειας.
Οι οικογένειες που έχασαν τα σπίτια τους φιλοξενούνται προσωρινά σε δημόσια κτίρια, σχολεία ή αυτοσχέδιους καταυλισμούς. Όμως ακόμη και αυτά τα σημεία μπορεί να μην είναι ασφαλή εάν βρίσκονται κοντά σε ασταθείς πλαγιές ή πλημμυρισμένες κοίτες. Η μεταφορά προμηθειών γίνεται δύσκολη και ακριβή, καθώς μεγάλα τμήματα του οδικού δικτύου έχουν καταστραφεί.
Η αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης, των τηλεπικοινωνιών και του πόσιμου νερού αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα. Χωρίς επικοινωνίες δεν μπορούν να εντοπιστούν οι ανάγκες κάθε κοινότητας. Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα δυσκολεύεται η λειτουργία των νοσοκομείων και η συντήρηση φαρμάκων. Χωρίς καθαρό νερό, μια φυσική καταστροφή μπορεί γρήγορα να εξελιχθεί σε υγειονομική κρίση.
Η οικονομική πληγή που θα παραμείνει για χρόνια
Το Νεπάλ είναι μια χώρα με δύσκολη γεωγραφία, περιορισμένους οικονομικούς πόρους και μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό, τη γεωργία, τα εμβάσματα των μεταναστών και την υδροηλεκτρική ενέργεια. Η καταστροφή έπληξε ταυτόχρονα πολλούς από αυτούς τους τομείς.
Οι ζημιές σε υδροηλεκτρικά έργα μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα στην παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Η καταστροφή δρόμων και γεφυρών διακόπτει τις εμπορικές μεταφορές μεταξύ Νεπάλ και Κίνας. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις που καλύφθηκαν από λάσπη και πέτρες μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθούν, ενώ πολλές οικογένειες έχασαν ζώα, εργαλεία, αποθήκες και ολόκληρη την παραγωγή τους.
Παράλληλα, ο φόβος για νέες κατολισθήσεις και παγετωνικές πλημμύρες μπορεί να επηρεάσει τον τουρισμό στις ορεινές περιοχές. Η χώρα θα κληθεί όχι μόνο να ανοικοδομήσει όσα καταστράφηκαν, αλλά και να αποφασίσει πού και με ποιον τρόπο μπορούν να ξαναχτιστούν με ασφάλεια.
Η επιστροφή στις ίδιες κοίτες ποταμών και στις ίδιες ευάλωτες πλαγιές, χωρίς νέα χαρτογράφηση κινδύνου, θα ισοδυναμούσε με προετοιμασία της επόμενης τραγωδίας. Η ανοικοδόμηση δεν μπορεί να είναι απλή αποκατάσταση του παρελθόντος. Πρέπει να αποτελέσει επένδυση σε ένα ανθεκτικότερο μέλλον.
Κλιματική αλλαγή: Ο παράγοντας που δεν επιτρέπεται να αγνοηθεί
Δεν είναι επιστημονικά υπεύθυνο να αποδίδεται κάθε μεμονωμένη φυσική καταστροφή αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή πριν ολοκληρωθούν οι σχετικές έρευνες. Είναι όμως εξίσου ανεύθυνο να αγνοείται το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβη η τραγωδία.
Οι παγετώνες των Ιμαλαΐων υποχωρούν, η θερμοκρασία αυξάνεται και το μόνιμα παγωμένο έδαφος που λειτουργεί σαν φυσικό «τσιμέντο» στις ορεινές πλαγιές αποδυναμώνεται. Όταν λιώνει ο πάγος μέσα στις ρωγμές των βράχων, τεράστιες μάζες πετρωμάτων μπορούν να χάσουν τη σταθερότητά τους. Η αυξημένη τήξη δημιουργεί ή μεγαλώνει παγετωνικές λίμνες, ενώ οι έντονες βροχοπτώσεις των μουσώνων επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τις ήδη ασταθείς πλαγιές.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η θέρμανση των ορεινών περιοχών αυξάνει την πιθανότητα καταρρεύσεων παγετώνων, κατολισθήσεων, χιονοστιβάδων και ξαφνικών πλημμυρών. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε γεγονός έχει μία και μοναδική αιτία. Σημαίνει όμως ότι το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιούνται αυτές οι καταστροφές γίνεται διαρκώς πιο ασταθές.
Το κρίσιμο ζήτημα της έγκαιρης προειδοποίησης
Οι ξαφνικές παγετωνικές καταρρεύσεις είναι δύσκολο να προβλεφθούν με απόλυτη ακρίβεια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να παραμένουν απροστάτευτες.
Δορυφορικές εικόνες, αισθητήρες μετακίνησης του εδάφους, ραντάρ, σεισμογράφοι, μετρητές στάθμης ποταμών και αυτόματα συστήματα συναγερμού μπορούν να προσφέρουν πολύτιμα λεπτά προειδοποίησης. Σε μια απόκρημνη κοιλάδα, ακόμη και δέκα λεπτά μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα στη μαζική εκκένωση και στη μαζική απώλεια ζωών.
Απαιτούνται επίσης σαφείς διαδρομές διαφυγής, τακτικές ασκήσεις εκκένωσης, εκπαίδευση των κατοίκων, χάρτες επικινδυνότητας και αυστηροί περιορισμοί στην κατασκευή κατοικιών, ξενοδοχείων και ενεργειακών εγκαταστάσεων μέσα σε γνωστές ζώνες πλημμύρας. Τα συστήματα προειδοποίησης πρέπει να λειτουργούν ακόμη και όταν διακόπτονται το ηλεκτρικό ρεύμα και οι τηλεπικοινωνίες, χρησιμοποιώντας σειρήνες, δορυφορικές επικοινωνίες και ανεξάρτητες πηγές ενέργειας.
Επειδή τα ποτάμια, οι παγετώνες και οι κατολισθήσεις δεν σταματούν στα κρατικά σύνορα, η συνεργασία μεταξύ Νεπάλ, Κίνας, Ινδίας και των υπόλοιπων χωρών της περιοχής είναι απολύτως αναγκαία. Η ανταλλαγή μετεωρολογικών, σεισμικών και δορυφορικών δεδομένων δεν είναι ζήτημα διπλωματικής ευγένειας. Είναι ζήτημα ανθρώπινης ζωής.
Το δίδαγμα μιας τραγωδίας που αφορά ολόκληρο τον κόσμο
Η καταστροφή στο Νεπάλ δεν είναι ένα μακρινό γεγονός που αφορά μόνο έναν φτωχό ορεινό λαό. Είναι προειδοποίηση για όλες τις κοινωνίες που βρίσκονται κάτω από παγετώνες, κοντά σε ασταθείς πλαγιές, δίπλα σε ποτάμια ή μέσα σε περιοχές όπου τα ακραία φαινόμενα γίνονται εντονότερα.
Από τις Άλπεις και τον Καύκασο μέχρι τις Άνδεις, την Αλάσκα και τα Ιμαλάια, η υποχώρηση των πάγων αλλάζει τη σταθερότητα των βουνών. Υποδομές που σχεδιάστηκαν με βάση τα δεδομένα του προηγούμενου αιώνα μπορεί να μην είναι πλέον ασφαλείς. Γέφυρες, φράγματα, οικισμοί και τουριστικές εγκαταστάσεις πρέπει να επανεξεταστούν με βάση τη νέα πραγματικότητα.
Η πρόληψη κοστίζει. Η εγκατάσταση αισθητήρων, η χαρτογράφηση των κινδύνων, η μετεγκατάσταση κοινοτήτων και η κατασκευή ανθεκτικότερων υποδομών απαιτούν τεράστιους πόρους. Η απουσία πρόληψης όμως κοστίζει ανθρώπινες ζωές — και αυτό είναι τίμημα που καμία κοινωνία δεν δικαιούται να αποδέχεται ως αναπόφευκτο.
Μετά τη λάσπη πρέπει να μείνει η μνήμη, η αλληλεγγύη και η ευθύνη
Η τραγωδία στο Νεπάλ θα καταγραφεί ως μία από τις πιο καταστροφικές φυσικές καταστροφές στη σύγχρονη ιστορία των Ιμαλαΐων. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, κοινότητες που χρειάστηκαν γενιές για να δημιουργηθούν εξαφανίστηκαν. Οικογένειες διαλύθηκαν, παιδιά έμειναν μόνα, εργαζόμενοι χάθηκαν στους τόπους εργασίας τους και ταξιδιώτες βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια καταστροφή που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί όταν ξεκίνησε το ταξίδι του.
Τις πρώτες ημέρες, το παγκόσμιο ενδιαφέρον στρέφεται στους αριθμούς: πόσοι σκοτώθηκαν, πόσοι αγνοούνται, πόσοι διασώθηκαν. Όταν όμως οι κάμερες απομακρυνθούν, θα αρχίσει η πραγματικά δύσκολη περίοδος. Οι επιζώντες θα χρειαστούν στέγη, εργασία, σχολεία, περίθαλψη και ψυχολογική υποστήριξη. Οι οικογένειες των αγνοουμένων θα ζητούν απαντήσεις. Οι κοινότητες θα προσπαθούν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους πάνω σε ένα τοπίο που έχει αλλάξει κυριολεκτικά μορφή.
Η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει να περιοριστεί σε προσωρινές εκφράσεις συμπαράστασης. Χρειάζεται σταθερή ανθρωπιστική βοήθεια, τεχνική υποστήριξη, χρηματοδότηση για ανθεκτικές υποδομές και ουσιαστική συνεργασία για την παρακολούθηση των παγετώνων και των ορεινών κινδύνων. Το Νεπάλ δεν δημιούργησε μόνο του την παγκόσμια κλιματική κρίση, αλλά βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των συνεπειών της.
Το βουνό κατέρρευσε μέσα σε λίγα λεπτά. Η ανοικοδόμηση θα χρειαστεί χρόνια. Η μνήμη όμως δεν πρέπει να χαθεί ποτέ. Γιατί η μεγαλύτερη προσβολή προς τους νεκρούς δεν θα ήταν μόνο να ξεχαστούν τα ονόματά τους. Θα ήταν να ξεχαστούν και τα διδάγματα της καταστροφής, μέχρι το επόμενο βουνό να καταρρεύσει, το επόμενο ποτάμι να ξεχειλίσει και μια ακόμη κοινωνία να αναρωτηθεί γιατί δεν είχε προετοιμαστεί εγκαίρως.
Discover more from Το Περίπτερο μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.